Κυριακή 12 Ιουλίου 2015


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... ο Κολοκοτρώνης
 

---Καλημέρα.

---Καλημέρα... Ό,τι θα σ’ έπαιρνα.

---Πώς έτσι; Στον ύπνο σου μ’ έβλεπες;

---Όχι εσένα - αν έβλεπα εσένα, θα ήταν καλά, φιλική φάτσα.

---Και ποιον έβλεπες; Εχθρική φάτσα;

---Τον Σόιμπλε!

---Ο λα λα!!! Αυτή δεν είναι εχθρικη φάτσα, είναι ο ορισμός του εφιάλτη!

---Άμα σου λέω... Σκιάχτηκα, ακόμα να πέσουν οι παλμοί κάτω από το 100...

---Και πώς τον έβλεπες; Με χατζάρα;

---Χειρότερα!

---Για λέγε!

---Ήταν, λέει σούρουπο, κόντευε να νυχτώσει...

---Πριν την ώρα των βρυκολάκων;;; Ασυνεπή τον βρίσκω!

---Μη με διακόπτεις, θα χάσω τον ειρμό. Σούρουπο λοιπόν και γυρνούσα από το ΑΤΜ με ένα20ευρο, τόσα είχε μόνο...

---Τώρα σκιάχτηκα εγώ!

---Κράταγα, που λες, σφιχτά το 20ευρο κι έκανα όνειρα πού να το καλοξοδέψω όταν, ξαφνικά, πετάχτηκε ο Σόιμπλε πίσω από έναν θάμνο.

---Περπατώντας;;; Θαύμα, θαύμα!

---Με το καρότσι, ντυμένος με σορτσάκι και φανελάκι που έγραφε «Der Marathon und Marathon sind MEINE - Ο Μαραθώνιος κι ο Μαραθώνας είναι ΔΙΚΑ μου».

---Και μετά;

---Μετά με πήρε στο κυνήγι. Μπρος εγώ, πίσω αυτός με το καρότσι... κι έτρεχε ο βελζεβούλης σαν άνεμος, το χειρίζεται σαν Φόρμουλα Ενα... κι όλο και με πλησίαζε ανεμίζοντας...

---Την χατζάρα;

---Μπα που λύσσαξες, όχι! Ανέμιζε ένα πεντοχίλιαρο μεγάλο σαν διαφημιστικό πανώ και ούρλιαζε «φέρε το 20ευρο και πάρε το 5χίλιαρο, άτιμε gastarbeiter!»

---Στα ελληνικά σου ούρλιαζε;

---Αυτό σε μάρανε εσένα; Στα γερμανικά τα έλεγε.

---Με μάρανε, πώς! Αφού δεν ξέρεις γερμανικά, πώς τον καταλάβαινες;

---Στα όνειρα μιλάς όλες τις γλώσσες, έξυπνε! Σαν της αμερικάνικες ταινίες φαντασίας, όπου οι εξωγήινοι μιλούν ΟΛΟΙ αγγλικά!

---Και τι έγινε τελικά; Στο βούτηξε το 20ρι;

---Αμ δε! Καθάρισε για μένα ο Γέρος του Μωριά!

---Παρακαλώ;

---Ο Κολοκοτρώνης, παιδάκι μου! Έδωσε ένα σάλτο, βγήκε από το πεντοχίλιαρο, τράβηξε ΑΥΤΟΣ τη χατζάρα κι όπου φύγει φύγει ο τζάμπα-μάγκας-Σόιμπλε!

---Πάλι οι πρόγονοι καθάρισαν για μας;

---Ο Κολοκοτρώνης δεν είναι απλά ένας πρόγονος – ζει μέσα στον καθένα από μας και περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε!

 

 


 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το μπαγιάτικο μύδι

 

---Πώς είσαι έτσι;

---Πώς είμαι;

---Σαν μπαγιάτικο μύδι.

---Και πώς είναι τα μπαγιάτικα μύδια δηλαδή;

---Σαν τη μούρη σου!

---Αρχίζω να εκνευρίζομαι.

---Κι εγώ να ανησυχώ... Τι κομμένη φάτσα είναι αυτή, τι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, τι θολό βλέμμα...

---Α, αυτό;

---Γιατί, λίγο είναι; Έχεις κάτι;

---Ξενύχτι και νεύρα έχω!

---Αϋπνίες;

---Ψηφοφορίες.

---Παρντόν;

---Η ψηφοφορία στη Βουλή, παιδάκι μου... για τη συμφωνία με την Ευρώπη. Τώρα θα αρχίσει, ύστερα θα αρχίσει, είχε κολλήσει κι η Ζωΐτσα με τα μαύρα τα μεσάνυχτα, ξεροστάλιαζαν οι πατέρες κι οι μητέρες του έθνους στο καφενείο και τα έδρανα, τώρα να την κάνουν, ύστερα να την κάνουν... τέλος πάντων, κάποτε άρχισε πριν αλέκτορα φωνήσαι «κουνηθείτε, το στανιό μου, θα ξημερώσουμε».

---Και την είδες όλη; Χαρά στο κουράγιο σου!

---Μην το λες! Ξέρεις πόσους αλέκτορες άκουσα; Είχε πολύ ενδιαφέρον - απουσίες, αρνήσεις, καταφάσεις, «παρών», απ’ όλα είχε ο μπαξές.

---Και καλά, το ξενύχτι το καταλαβαίνω. Τα νεύρα γιατί; Από αυτά που άκουγες;

---Ποσώς, αυτά τα περίμενα, ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα. Με την είδηση για τους φοροφυγάδες τα ’χω παρμένα.

---Τι έγινε πάλι;

---Έγινε ότι πολλοί φορομπαταχτσήδες, φοβούμενοι το φημολογούμενο κούρεμα καταθέσεων, έσπευσαν να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες και να πληρώσουν τα χρεωστούμενα χρόνων.

---Και δεν χαίρεσαι; Μπήκαν κάποια λεφτά στο «μείον» ταμείον, καλό είναι αυτό.

---Καλό, δεν αντιλέγω. Αλλά, βρε αλήτη, αφού τά ’χεις, γιατί δεν τα δίνεις τόσο καιρό; Γιατί πρέπει να λαχταρήσεις για το μπαγιόκο σου για να πληρώσεις αυτά που σου αναλογούν; Και που είναι, σίγουρα, πολύ λιγότερα από αυτά που πρέπει γιατί και κρύβεις και κλέβεις;  Και που, αν τα πλήρωνες όλα αυτά τα χρόνια, μπορεί να μην είχαμε φτάσει μέχρις εδώ; Τέλος πάντων, σ’ αφήνω, πάω να πέσω.

---Μην κάνεις καμιά βλακεία, θα φτιάξουν τα πράγματα!

---Στο κρεβάτι μου θα πέσω, πανέξυπνε! Μπας και φύγει το μύδι το μπαγιάτικο από τη φάτσα μου!

 

 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015


Ο σκεπαρνοσκοτωμένος



Σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι από την λαϊκή μας παράδοση - ένα παραμύθι που πολλοί από σας γνωρίζετε αλλά, όπως διαπίστωσα με κάποια έκπληξη, εξ ίσου πολλοί αγνοείτε. Θα σας μιλήσω λοιπόν για τον σκεπαρνοσκοτωμένο.

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια. Ο πατέρας,  η μάνα, ο γιος και η κόρη. Μια μέρα, την ώρα που ετοιμάζονταν να φάνε για μεσημέρι, είπε ο πατέρας στην κόρη.

«Σύρε, θυγατέρα, στο κελάρι να πιάσεις λίγο κρασί από το βαρέλι».

 Η κοπέλα πήρε την κανάτα, κατέβηκε στο κελάρι,  την έβαλε κάτω από την κάνουλα, την άνοιξε κι άρχισε να γεμίζει. Ενόσω περίμενε, περιέφερε τη ματιά της γύρω στο κελάρι. Ξαφνικά είδε ένα σκεπάρνι καρφωμένο σ’ ένα από τα δοκάρια της οροφής, γούρλωσε τα μάτια κι έβαλε κλάματα γοερά.

 Την άκουσε  η μάνα της και κατέβηκε στο κελάρι τρομαγμένη να δει τι έπαθε.

 «Τι έχεις, θυγατέρα», τη ρώτησε, «και θρηνείς;»

Η κοπέλα της έδειξε το σκεπάρνι και είπε μέσα στα αναφιλητά της «Μάνα μου καταστράφηκα... δες το σκεπάρνι... έτοιμο να πέσει είναι... Κι αν παντρευτώ; Κι αν κάνω γιο; Και γίνει πανώριο παλικάρι; Και κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί; Και πέσει το σκεπάρνι και τονε σκοτώσει; Πάει το παλικάρι μου, πάει... μάνα μου, καταστράφηκα...»

 Άρχισε η μάνα να μαδάει τα μαλλιά της και να σκούζει «πάει το παλικάρι μας, πάει...»

 Ο πατέρας, που έβλεπε τις γυναίκες να αργοπορούν, κατέβηκε κι αυτός στο κελάρι αγριεμένος και τις είδε να θρηνούν αγκαλιασμένες ενώ το κρασί είχε ξεχειλίσει στην κανάτα και χύνονταν στο χωμάτινο πάτωμα του κελαριού. Πριν προλάβει να ρωτήσει, του δείχνει η κυρά του το σκεπάρνι και του λέει για τον εγγονό... το παλικάρι... τον σκεπαρνοσκοτωμένο.

 «Ωιμέ», άρχισε ο κύρης να χτυπάει με γροθιές το στήθος του «πάει ο εγγονός μου ο λεβέντης... πάει...»

 Ο γιος, ανήσυχος που όλη του η οικογένεια δεν έλεγε να ανέβει από το κελάρι, αποφάσισε να πάει να δει τι συμβαίνει. Τους βρήκε όλους αγκαλιασμένους να κλαίνε και να οδύρονται ενώ κάθε τόσο έριχναν κλεφτές ματιές στο φονικό σκεπάρνι. Τρέχει, κλείνει την κάνουλα να σώσει όσο κρασί είχε περισσέψει, και ρωτάει ανήσυχος «τι πάθατε σεις και χτυπιέστε;»

 Ανέλαβε ο πατέρας να του πει τα θλιβερά μαντάτα... ότι αν παντρευτεί η αδελφή του... κι αν κάνει γιο... κι αν γίνει τρανό παλικάρι... κι αν κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί... κι αν πέσει το σκεπάρνι και τον σκοτώσει...

 «Γιόκα μου...» έσυρε φωνή τρανή η μάνα του, «πάει ο ανιψιός σου... πάει το παλικάρι μας...  το σκεπαρνοσκοτωμένο...»

 Ο γιος δεν πίστευε στ’ αυτιά του...

Τους κοίταξε έναν έναν με μάτια γεμάτα έκπληξη κι αποδοκιμασία, πήγε στο σκεπάρνι, άπλωσε το χέρι, το κατέβασε από το δοκάρι και το ακούμπησε σε μια γωνιά ενώ οι υπόλοιποι τον παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό – δεν πίστευαν ότι, τόσο εύκολα κι απλά, είχε γλιτώσει από βέβαιο θάνατο ο γιος κι εγγονός τους ο μελλούμενος... ο σκεπαρνοσκοτωμένος...»

Δυο τα βασικά διδάγματα αυτής της ιστορίας, που έχει πολλά επίπεδα και πολλές αναγνώσεις, φίλοι μου.

Το πρώτο: δεν θρηνούμε ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΑ για τις συμφορές που φανταζόμαστε  ότι μπορεί να μας προκύψουν - τους «σκεπαρνοσκοτωμένους» μας!

Και το δεύτερο: εξουδετερώνουμε έγκαιρα, , εφ’ όσον μπορούμε, τις πιθανές αιτίες που ΜΠΟΡΕΙ να μας φέρουν αυτές τις συμφορές - κατεβάζουμε το σκεπάρνι από το δοκάρι!