Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017


Μια καλημέρα είν’ αυτή

«Καλημέρα!»

«Καλημέρα σας!»

Κι αυτό φτάνει για να νιώσεις φιλικά με έναν εντελώς άγνωστό σου που διασταυρώνονται οι πορείες σας στην πρωινή βόλτα με τον σκύλο σου, να αισθανθείς πως μοιράζεσαι με τον άγνωστο αυτόν την αγάπη για το περπάτημα (και τα σκυλιά, αν έχει κι εκείνος), για τις βαθιές ανάσες καθαρού αέρα, για τη θάλασσα αν είσαι τυχερός να βολτάρεις πλάι της, για τα πεύκα αν είσαι στο βουνό, για το ηλιοβασίλεμα αν η βόλτα σου είναι απογευματινή.

Θα μου πεις δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια του περίπατου, οι περισσότεροι τρέχουν να προλάβουν την καθημερινότητα και τις χιλιάδες ανάγκες της - πού καιρός και ευκαιρία για χαιρετούρες με αγνώστους. Και θα σου απαντήσω πως ο χρόνος που απαιτείται είναι δευτερόλεπτα κι οι ευκαιρίες πάμπολλες. Η υπάλληλος στο  σούπερ-μάρκετ. Ο ταμίας στην τράπεζα. Ο φούρναρης, ο περιπτεράς, ο ταχυδρόμος της γειτονιάς σου. Οι γνωστοί-άγνωστοι που άλλους βλέπεις καθημερινά κι άλλους σπάνια ή ποτέ ξανά.

Τι σημασία έχει! Μια «καλημέρα» ζεστή, φιλική θα του φτιάξει το κέφι, θα σου χαμογελάσει - και θα φτιάξει ακόμα πιο πολύ και το δικό σου. Κι ας μην ξέρεις το όνομά του. Κι ας είναι η πρώτη φορά που τον βλέπεις. Κι ας πιστεύεις ότι πιθανόν να μην τον ξαναδείς. «Μια καλημέρα είν’ αυτή / πες την κι ας πέσει χάμω» που λέει κι η Χαρούλα!

Παγκόσμια Μέρα του Χαιρετισμού σήμερα!




Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017




"Στον δρόμο των ελεφάντων"
Στον δρόμο του νερού...


Υπάρχει μια παλιά ταινία του 1954 με ελληνικό τίτλο "Στον δρόμο των ελεφάντων" ("Elephant walk"). Την είχα δει πριν χρόνια και δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι και πολλά εκτός από την κορυφαία σκηνή της όπου το πολυτελές μπανγκαλόου, (που ο πρωταγωνιστής επέμενε βλακωδώς και πεισματικά να χτίσει πάνω στον δρόμο που επί αιώνες περνούσαν οι ελέφαντες για να τους "δείξει" ποιος είναι ο αφέντης) διαλύεται από την επέλαση ενός μεγάλου κοπαδιού αυτών των τεράστιων ζώων που δεν ξεχνούν και δεν παραιτούνται.


Έτσι και με το νερό - που έχει και την δύναμη και την μνήμη του ελέφαντα στο πολλαπλάσιο. Όσα εμπόδια και να του βάλουμε εμείς οι ανόητοι μπαζώνοντας την κοίτη του και χτίζοντας πάνω στην πορεία του, εκείνο θα βρει τον δρόμο του, που ξέρει από αιώνες, και θα τον διεκδικήσει παρασύροντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο διάβα του - κτίσματα, δρόμους, αυτοκίνητα και, δυστυχώς, ανθρώπινες ζωές...


Μήπως είναι καιρός να αποδεχτούμε την δύναμή του και να του αποδώσουμε την φυσική του κοίτη; Για να μη θρηνήσουμε ξανά τόσες αθώες ψυχές;






Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017


Σαν σήμερα πριν χρόνια εφτά...


Η πρώτη μου κατάθεση στον ποιητικό λόγο έγινε (σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές που αναφέρουν πως έγραφαν ποίηση από τη νεανική τους ηλικία) σαν σήμερα πριν εφτά μόνο χρόνια. Είχα μόλις επιστρέψει από τον αβάσταχτα οδυνηρό αποχαιρετισμό της μάνας μου, που είχε κινήσει για το στερνό ταξίδι την προηγούμενη, στις 28 Οκτωβρίου του 2010 - την ίδια ημέρα αντίστοιχα που, πενηνταοχτώ χρόνια πριν, είχε δέσει τη ζωή της με εκείνη του πατέρα μου σ' έναν μυστικό αρραβώνα κάτω από τον Λευκό Πύργο της Σαλονίκης.

Σημαδιακή η συγκυρία, μεγάλη η συγκίνηση, άμετρη η θλίψη - κι ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη, κάτι σαν πόνο σωματικό, να καταθέσω κάπου, κάπως αυτό που αισθανόμουν, να το μετουσιώσω σε λέξεις που καταγράφονταν από μόνες τους, αυτόνομα σχεδόν, κι έδιναν διέξοδο σ' έναν χείμαρρο απελπισίας, καημού και οργής για την αναπόφευκτη, την οριστική, την τραγική απώλεια...





Απώλεια



«Σ’ αγαπάω», ψελλίζουν τα άηχα χείλη

Βουβά. Μανδύας θανάτου

Απλώνεται ήδη παντού.



Τα διάφανα χέρια κινούνται σε χάδι.

«Θα είμαι κοντά σου. Μην κλαις»

Χαμόγελο, δάκρυ, το άγγιγμα πόνος.



«Κι εγώ σ’ αγαπώ». Δεν μιλάς.

Τα μάτια σφαλίζουν, πνοή κουρασμένη

Ταξίδι, απώλεια, μη…



Μη φεύγεις, θα λείψει η σκιά σου, δε θέλω

Να βλέπω τα μάτια κλειστά.

Η ανάσα κονταίνει,

Μικραίνει και σβήνει.



«Πού είσαι;» μα Συ δεν ακούς.

Ξεκίνησες κιόλας στερνό σου ταξίδι

Κι εγώ απομένω βουβή.



Κρατώ σου το χέρι,

Το δάκρυ αρνείται.

Αρνούμαι. Μα είσαι αλλού.






Ρέκβιεμ

Συναντήθηκαν μέσα στη λαίλαπα ενός πολέμου. Εκείνος, έφεδρος ανθυπολοχαγός, έμελλε να γίνει το Πεπρωμένο της. Εκείνη, μαθήτρια στο γυμνάσιο, έμελλε να γίνει η Μοίρα του.

Πορεύτηκαν μια όμορφη ζωή με τα χέρια και τις καρδιές σφιχτοπλεγμένα. Αξεχώριστοι. Ευλογήθηκαν με παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα. Μέχρι που Εκείνη έφυγε πρώτη. Κι έμεινε Εκείνος ρημαγμένος να καρτερά ανυπόμονα τη στιγμή που θα ξανάσμιγαν.

Κάποτε έφτασε η θλιβερή στιγμή να ταράξουν οι ανθρώπινοι κανόνες  τον αιώνιο ύπνο Εκείνης. Αποφασίστηκε για μια κάποια Τρίτη κάποιου Μάη. Την Κυριακή, δυο μέρες πριν, Εκείνος διάβηκε την Πύλη τη Μεγάλη και πήγε να την βρει. Έτσι αναπάντεχα - ή έτσι αναμενόμενα;

Συναντήθηκαν ξανά εκείνη την σημαδιακή Τρίτη. Στην ίδια τελευταία κατοικία. Απίστευτη η σύμπτωση -ή μήπως μίλησε η Μοίρα; Εκείνη τον καλωσόρισε και πάλι κοντά της. Κι Εκείνος της υποσχέθηκε πως δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά μόνη.

Σήμερα αποχαιρέτισαν αυτό το σπίτι το στερνό. Μαζί. Πάντα μαζί. Σβήστηκε το χνάρι τους. Το γήινο. Το φθαρτό. Γιατί το άλλο, το άυλο, το άφθαρτο, θα μένει πάντα ζωντανό στην καρδιά και την μνήμη όσων τους αγάπησαν.

Στην δική μου καρδιά και μνήμη…









Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017




Είδα ψες βράδυ ένα παιδί


Είδα ψες βράδυ ένα παιδί
προσφυγόπουλο στη Χίο
θάταν δε θάταν 8 χρόνων
μ' ένα κίτρινο αδιάβροχο
να φυλαχτεί απ' τη βροχή
και κουκούλα που τούκρυβε το πρόσωπο
θελημένα ή αθέλητα, δεν ξέρω
πάσχιζε να περάσει πάνω από τις λάσπες
και τους νερόλακκους
με τα λιγνά του πόδια να πλέουν
μέσα σ' ένα ζευγάρι παλιά αθλητικά παπούτσια
πολλά νούμερα πιο μεγάλα
κι όλο κολλούσαν τα παπούτσια στις λάσπες
κι όλο ξέφευγαν τα λιγνά του πόδια
και τσαλαβουτούσαν στα νερά
κι εκείνο τα μάζευε
και τα ξαναφορούσε
γιατί ετούτα είχε μοναχά
τα παλιά μεγάλα αθλητικά που του έπλεαν
κι έμεινε η ματιά
κι η σκέψη
κι η θλίψη μου
πάνω σ' αυτά τα πόδια τα λιγνά
και στα παπούτσια τα πολλά νούμερα πιο μεγάλα
που κόλλαγαν στη λάσπη...




Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017


Τα γυαλιά και το ποτήρι
(μικρά θαύματα)

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα έχανα. Τα γυαλιά μου. Αν και πολυεστιακά, φτιαγμένα υποτίθεται για συνεχή χρήση, με το που κλείνω το λάπτοπ τα βγάζω (δεν τα ανέχομαι στο πρόσωπό μου αν δεν είναι απόλυτη ανάγκη) και τα αφήνω -πού αλήθεια; Οπουδήποτε, στα πιο απίθανα μέρη, μιας και η κίνηση είναι αυτόματη και σπανίως καταγράφεται στη μνήμη -στο ψυγείο, στην τηλεόραση, στην ψησταριά όπου ταΐζω τα γατιά, στη βρύση της αυλής, στη μάντρα του κήπου, στο πεζούλι του φούρνου, παντού. Αποτέλεσμα; Να τα χάνω συχνά πυκνά και να ψάχνω με τις ώρες να τα βρω.

Αυτή τη φορά όμως τα έχασα για τα καλά. Δυο μέρες άφαντα, φάγαμε τον τόπο με τον άντρα μου, τίποτε. Άνοιξα ντουλάπες, συρτάρια, κοίταξα κάτω από τα κρεβάτια -μηδέν εις το πηλίκον. Το πήρα απόφαση ότι πήγαν οριστικά στα «απολεσθέντα» κι ότι θα πρέπει να φτιάξω καινούργια όταν, σε συζήτηση με την αγαπημένη μου φιλενάδα, μου είπε να κάνω την ευχή με το ποτήρι. Να πάρω ένα γυάλινο ποτήρι, να ψιθυρίσω μέσα «θέλω να βρω τα γυαλιά μου», να το ακουμπήσω ανάποδα και να περιμένω -και θα τα βρω.

Είμαι ορθολογίστρια και αρκετά σκεπτικίστρια, με ξέρετε, και κάτι τέτοια μεταφυσικά τα αντιμετωπίζω με κάποια επιφύλαξη. Ωστόσο αυτή τη φορά κάτι μίλησε μέσα μου όχι με την έννοια «και τι έχω να χάσω» αλλά με την έννοια «κι όμως δοκίμασε, γίνονται μικρά θαύματα» όπως πιστεύει ακράδαντα η φίλη μου -και το έκανα.

Σχολιάστε το όπως θέλετε, φίλοι μου -αλλά μετά από καμιά ώρα, καθώς πάλευα με μια πρίζα κάτω από το γραφείο (όπου είχα ΗΔΗ ψάξει) είδα τα γυαλιά δίπλα σε ένα μπαουλάκι που έχω εκεί να με κοιτάζουν κοροϊδευτικά και να μου λένε «Έι, μανδάμ! Εδώ είμαστε καλέ, δεν μας βλέπεις;» -κι έμεινα άναυδη να τα κοιτάζω κι εγώ μη πιστεύοντας καλά καλά ότι τα είχα βρει και είχα γλιτώσει την ταλαιπωρία (και τα έξοδα βεβαίως) του να φτιάξω καινούργια!

Να είσαι καλά, φιλενάδα μου αγαπημένη -τα μικρά θαύματα πράγματι συμβαίνουν αρκεί να έχουμε τα μάτια της ψυχής μας ανοιχτά για να τα δούμε και το νου μας δεκτικό στο «κάτι παραπέρα» από την τετράγωνη λογική!


Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017


Ασπιρίνη τριμμένη


Τη θυμάστε οι παλιότεροι; Την ασπιρίνη που έτριβε η μάνα μας στο κουταλάκι όταν είχαμε πυρετό; Γέμιζε μετά προσεκτικά το κουταλάκι με νερό και μας την έδινε μετά κόπων και βασάνων γιατί ήταν και πικρή πανάθεμά την! Δεν υπήρχαν τότε σιρόπια ντεπόν με γεύση φράουλα κι όλη τη δουλειά την έκανε η ασπιρίνη-φαρμάκι. Μόνη παρηγοριά το κουταλάκι μέλι που ακολουθούσε για να πάρει την πικράδα.


Και τα βρεγμένα πετσετάκια στο μέτωπο; Τα θυμάστε; Τα βουτούσε σε δροσερό νερό με ξύδι, τα έστιβε, τα απόθετε στο φλογισμένο μέτωπο να το δροσίσει και τα άλλαζε συνεχώς. Και μετά εντριβή με οινόπνευμα, το μπλε, εκείνο που βρωμάει. Και μύριζε το δωμάτιο ξύδι και οινόπνευμα και παιδική αρρώστια - ιλαρά (είναι και πάλι της μόδας!), μαγουλάδες (παρωτίτιδα για τους πιο καινούριους), κοκκύτη, ανεμοβλογιά. Όλες τα πέρασα, μέχρι και οστρακιά - με τριμμένη ασπιρίνη και βρεγμένα πετσετάκια!


Τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα το πρωί καθώς έτριβα το φάρμακο για μια τραυματισμένη γατίτσα. Αλησμόνητα παιδικά μου χρόνια - κι ας ήσασταν ενίοτε και "πυρετικά"!