Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017


Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας - μια μεγάλη αδικία

Γνωστός σε όλους ο μύθος του Αισώπου και άκρως διδακτικός αναφορικά με την προνοητικότητα. Ο «τεμπέλης» και «γλεντζές» τζίτζικας περνά το καλοκαίρι του τραγουδώντας πάνω στα δέντρα σε αντίθεση με τον εργατικό και προνοητικό μέρμηγκα, που μοχθεί κάτω από το λιοπύρι για να συγκεντρώσει και να αποθηκεύσει σπόρους για τον χειμώνα. Κι όταν έρχονται τα κρύα, τα χιόνια και εξαφανίζονται οι σπόροι, ο τζίτζικας λιμοκτονεί και χτυπά την πόρτα του μέρμηγκα ζητιανεύοντας φαγητό - για να πάρει την (άκρως ανάλγητη κατ’ εμέ) απάντηση «αφού τραγουδούσες το καλοκαίρι, τώρα χοροπήδα» και να δει την πόρτα να του κλείνει κατάμουτρα.

Είναι όμως έτσι; Καθόλου, φίλοι μου - και συγγνώμη για την απομυθοποίηση, μεγάλε μου Αίσωπε. Βλέπαμε χθες με τον εγγονό μου ένα βιντεάκι από την Άνδρο όπου ακούγονται τζιτζίκια και θέλησα να του δείξω πώς είναι ένα τζιτζίκι (μιας και στο βίντεο δεν φαίνονται) ψάχνοντας στο Google όπου, μαζί με τη φωτογραφία, είχε και τον κύκλο της ζωής του. Κι έμεινα έκπληκτη! Ο τζίτζικας λοιπόν, μετά από 4 μέχρι και 17 (!) ΧΡΟΝΙΑ αναμονής ως προνύμφη στο χώμα, γεννιέται κάποιο καλοκαίρι, ζει τραγουδώντας για μόνο 6 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ  μέχρι να προσελκύσει το ταίρι του και να αφήσει απογόνους και στη συνέχεια πεθαίνει. Φανταστείτε - τόση τεράστια αναμονή για μόνο ενάμιση μήνα ζωής!

Γι αυτό και τραγουδά ακούραστα - για να προλάβει. Γι αυτό και δεν δίνει δεκάρα για αποταμίευση καρπών - γιατί ξέρει ότι δεν θα ζει τον χειμώνα (εξ ου και τα εισαγωγικά στις λέξεις «τεμπέλης» και «γλεντζές» πιο πάνω). Κι έτσι δικαιώνεται ο έρμος ο τζίτζικας, ο τόσο αδικημένος από τον μύθο του Αισώπου(και πάλι συγγνώμη, μεγάλε μου μυθοποιέ) χωρίς ωστόσο να ακυρώνεται και το ηθικό του δίδαγμα: η προνοητικότητα είναι ο μόνος τρόπος για να προλαβαίνουμε τα χειρότερα!


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017


Απόσπασμα από το τρίτο (υπό συγγραφή) βιβλίο μου με προσωρινό τίτλο «Δωροθέα» που βρίσκεται περίπου στα μισά του και προχωρά με γρήγορους ρυθμούς τώρα που οι «Μούσες» μου βαδίζουν πλέον τον δικό τους δρόμο.




«Η Δωροθέα κοίταξε γύρω της πανικόβλητη. Ψηλά δέντρα, αγκαθωτοί θάμνοι και πυκνή βλάστηση παντού. Και υγρασία. Τα ρούχα της κολλούσαν πάνω της σαν να είχε κάνει βουτιά σε νερό. Ή σαν να είχε μόλις βρέξει. Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Και το πιο τρομαχτικό ήταν ότι δεν είχε ιδέα πώς είχε βρεθεί εκεί. Πουθενά μονοπάτι. Ένας ήλιος μακρινός, χλωμός, ανήμπορος να φωτίσει και να ζεστάνει το μισοσκόταδο που την τριγύριζε. Και ησυχία. Απόλυτη, αλλόκοτη. Ούτε πουλιά, ούτε έντομα, ούτε νερά να τρέχουν.



Άπλωσε τα χέρια να παραμερίσει κάποια κλαδιά που της έφραζαν το δρόμο. Γρατζουνίστηκε,  γέμισε αίματα. Ωστόσο συνέχισε με πείσμα, με μανία. Έπρεπε να βγει από κει, να φτάσει σε κάποιο δρόμο, να καταλάβει πού βρίσκεται. Έπρεπε να γυρίσει σπίτι έγκαιρα, τα κορίτσια θα έρχονταν όπου να ’ναι από το σχολείο κι ο άντρας της από τη δουλειά. Έπρεπε να στρώσει τραπέζι, θα πεινούσαν. Έπεσε, σηκώθηκε, προχώρησε λιγάκι. Πίσω από κάτι θάμνους σαν να της φάνηκε πως το φως ήταν λίγο περισσότερο. Αναθάρρησε. Δρόμος, σκέφτηκε, πρέπει να φτάσω οπωσδήποτε.



Την επόμενη στιγμή βρέθηκε σ’ ένα ξέφωτο. Μεγάλο, σαν το πάρκο που πήγαινε τα παιδιά να παίξουν. Έκανε να το διασχίσει, βέβαιη πως στην άλλη άκρη του ήταν ο δρόμος που έψαχνε. Και τότε είδε τις κόρες της. Στέκονταν στην απέναντι μεριά πιασμένες χέρι χέρι και η Αννούλα είχε το αρκουδάκι της αγκαλιά. Την κοίταζαν μ’ ένα παράξενο βλέμμα, σαν να μην την γνώριζαν, σαν κάτι να προσπαθούσαν να της πουν.  Άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους - ίσα που πρόλαβε να κάνει δυο τρία βήματα. Ξαφνικά ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της και να βουλιάζει σε κάτι περίεργο. Κοίταξε γύρω της μπερδεμένη. Βρισκόταν μέσα σε άμμο. Υγρή, μαλακή, ζεστή».


Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017


«Ποια είναι η ραχοκοκαλιά της ζωής;

Η αγάπη και η ενσυναίσθηση -για τον εαυτό μας πρώτα, για τους δικούς μας ανθρώπους στη συνέχεια, για όλα τα πλάσματα του κόσμου σε γενικότερη θεώρηση»

Από τη συνέντευξή μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό “
BOOKTOUR

Ευχαριστώ από καρδιάς  τόσο τον Theofanis Theofanous και το Book-Tour για την ευκαιρία να καταθέσω θέσεις και απόψεις όσο και τον εκδοτικό μου οίκο Εκδόσεις Πνοή για την διαμεσολάβηση!





«Πάροδος Μουσών 9, Βασιλική Αποστολοπούλου, εκδόσεις Πνοή.

Ένα τρυφερό μυθιστόρημα, μια μητέρα και οι τρεις κόρες της, η μητρική αγάπη που δεν έχει τέλος, τα τυχαία ή προδιαγεγραμμένα της ζωής…
Αξίζει να γνωρίσετε την Βασιλική Αποστολοπούλου!»


Ιουλία Ιωάννου, εκλεκτή μου φίλη, ευχαριστώ από καρδιάς  για το επαινετικό σχόλιο και την πρόταση των "Μουσών" μου για ανάγνωση!


https://www.facebook.com/groups/458888214299234/permalink/723216667866386/





Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017


Απειλή



Σ’ αισθάνομαι σαν απειλή

Και με ξαφνιάζει

Ετούτη δω η αίσθηση

Η δίχως  αφορμή κι αιτία



Δεν έχω κάτι το χειροπιαστό

Να σου προσάψω

Αντίθετα είσαι πάντα ευγενής

Με φιλική διάθεση

Και πρόθυμο όμορφο λόγο



Μπορεί κι ακριβώς αυτό

Αυτή σου η εγκαρδιότητα

Η πάνω από το μέτρο

Από το αναμενόμενο

Να φταίει που νιώθω έτσι



Σα να θέλω να φυλαχτώ

Από ενέργεια αρνητική

Ντυμένη με ρούχο φιλικό

Κρυμμένη πίσω από χαμόγελα

Και λόγια δίχως έρμα

Απλά για να ειπωθούν



Μπορεί ωστόσο από την άλλη

Να ’ναι οι προθέσεις σου αγαθές

Κι εγώ να παρερμηνεύω

Να υπερβάλλω

Και να σηκώνω άμυνες



Για να φυλάξω την ψυχή μου

(της το οφείλω άλλωστε)

Από μια ακόμη απομυθοποίηση

Από μια ακόμη απογοήτευση

Ανάμεσα σε τόσες άλλες



Μπορεί…






Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017


Καλό σου κατευόδιο, Όλγα μου αγαπημένη

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή η κυρία Όλγα. Φίλη αδελφικές με τη μάνα μου, την Χριστίνα, από τα χρόνια που υπηρετούσαν οι γονείς μου σαν δάσκαλοι στο χωριό έξω από τη Βέροια, και κουμπάρες, μιας και η μάνα μου είχε βαφτίσει τον πρωτογιό της, τον Δημήτρη. Η κυρία Όλγα έφυγε πλήρης ημερών και με πλήρη διαύγεια περιτριγυρισμένη από τα παιδιά, τα εγγόνια, τη δισεγγονή της και όλους τους συγγενείς και φίλους, τους οποίους αποχαιρέτησε έναν έναν με χαμόγελο και ευχές. Έφυγε περήφανη, όπως περήφανη έζησε όλη της τη ζωή.
Είχα την τύχη και την ευλογία να τη δω και να την αγκαλιάσω ένα μήνα πριν, στην επίσκεψή μου στη Βέροια, και να πάρω την ευχή της, που κρατώ στην καρδιά μου σαν φυλαχτό - όπως κρατώ στη μνήμη μου τη μορφή της και το τόσο ζωντανό και σοφό της βλέμμα.

Καλό σου ταξίδι, αγαπημένη μου Όλγα - ήσουν ο τελευταίος κρίκος που με συνέδεε με το χωριό όπου έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Να δώσεις την αγάπη μου στη μάνα και τον πατέρα μου και να με σκεπάζετε με την δική σας από εκεί ψηλά.

Κι εγώ, σαν αποχαιρετισμό, σου αφιερώνω το κομμάτι από το βιβλίο μου «Το βαλς μιας ζωής» που αναφέρεται σε σένα και στον Θανάση, τον σύντροφό σου ολόκληρης ζωής που πέρασε τη Μεγάλη Πύλη λίγα χρόνια πριν.

Καλό Παράδεισο σε όλους, ακριβοί μου!

«Τώρα ήταν μόνη, ολομόναχη, σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του χωριού, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με κανέναν. Το κοντινότερο σπίτι ήταν του Θανάση Ντόλα, αλλά κι αυτό απείχε τουλάχιστον πενήντα μέτρα από το δικό της. Ακόμα κι αν ο Θανάσης έλειπε στο καφενείο θα ήταν σίγουρα εκεί οι γονείς του και η Όλγα, η γυναίκα του. Πώς να πάει όμως; Δεν τολμούσε να βγει από την ασφάλεια του μικρού σπιτιού όσο κι αν η κραυγή του λύκου την είχε αναστατώσει. Κι ο Ορέστης θα αργούσε να έρθει. Ένιωσε τον πανικό να απλώνεται μέχρι τις άκρες των δαχτύλων της και τους σφυγμούς της να διπλασιάζονται.

“Ψυχραιμία”, σκέφτηκε. “Πρέπει να μείνω ψύχραιμη για να μπορέσω να σκεφτώ τι να κάνω. Όσο είμαι μέσα στο σπίτι δεν κινδυνεύω”. Πήρε βαθιά ανάσα και πήγε ξανά στο παράθυρο.  Διστακτικά, με χέρι που έτρεμε, παραμέρισε πάλι το κουρτινάκι. Το τοπίο έξω δεν είχε αλλάξει σε τίποτε. Το ίδιο χλωμό μισοφέγγαρο φώτιζε το ίδιο βρώμικο χιόνι κι ο  δρόμος,  έρημος όπως και πριν, δεν είχε κανένα σημείο ζωής. Ησύχασε λίγο. “Μπορεί να ήταν και ιδέα μου”, σκέφτηκε. “Τόσες ώρες μόνη μου, μπορεί να μου παίζει παιχνίδια το μυαλό μου. Καλά θα κάνω να κοιτάξω τη σόμπα και να ψήσω την πίττα, θα έρθει ο Ορέστης και θα πεινάει”. Έκανε ν’ αφήσει την κουρτίνα. Και τότε τον είδε.

Το ζώο ήταν μεγαλόσωμο. Στεκόταν ακίνητο στην άκρη του δρόμου δίπλα σε κάτι θάμνους, με το κεφάλι σηκωμένο ψηλά, τα αυτιά όρθια και τη μύτη να οσμίζεται τον παγωμένο αέρα. Τα μάτια του γυάλισαν για μια στιγμή στο φεγγαρόφωτο, η Χριστίνα σκέφτηκε παράλογα “εμένα κοιτάει” κι ένιωσε την καρδιά της να κλωτσάει στο στήθος της. Την ίδια στιγμή ο λύκος άνοιξε το στόμα του κι έβγαλε ένα ακόμα μακρόσυρτο ουρλιαχτό».








Από την παρουσίαση των "Μουσών"

στην έκθεση βιβλίου Ηλιούπολης

στις 22 Ιουνίου 2017