Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017


Σχολικές γιορτές και παρελάσεις

25η Μαρτίου σε λίγες μέρες. Αλήθεια -τι σημαίνει αυτό για τα σημερινά παιδιά; Τους σημερινούς μαθητές κι αυριανούς πολίτες της χώρας; Δεν θέλω να απαντήσω στο ερώτημα, φοβάμαι πως θα μελαγχολήσω. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τι σήμαινε για μας, τους παλιούς,  όταν ήμασταν παιδιά -σήμαινε πάρα πολλά!

Βέροια, δεκαετία του 60. Ε΄ Δημοτικό Σχολείο, στη Μπαρμπούτα. Οι σχολικές γιορτές ήταν πράγματι γιορτές. Οι ετοιμασίες άρχιζαν τουλάχιστον ένα μήνα πριν, ίσως και περισσότερο. Μοιράζονταν τα ποιήματα και οι ρόλοι στα θεατρικά σκετς κι άρχιζαν οι πρόβες. Πρόβες άρχιζαν και στη χορωδία, πρόβες και για την παρέλαση αφού πρώτα ορίζονταν ο σημαιοφόρος (πάντα αγόρι) και οι παραστάτες της σημαίας από τους αριστούχους της ΣΤ΄ τάξης. Το θεωρούσαμε, και ήταν, τιμή μας  να πάρουμε μέρος στην παρέλαση -και μέγιστη τιμή να είμαστε παραστάτες!

Ετοιμάζονταν τα σκηνικά για τα θεατρικά. Ο πατέρας μου Τρύφωνας Αποστολόπουλος, δάσκαλος στο Πέμπτο και πολύ καλός ζωγράφος , περνούσε όλα τα απογεύματα στο υπόγειο του σχολείου ζωγραφίζοντας τεράστια σκηνικά με υδατοχρώματα -ίσως να σώζονται κάποια από αυτά στα ίδια υπόγεια. Και οι σχολικές παραστάσεις την παραμονή της επετείου (γιατί ανήμερα είχαμε την παρέλαση) χαραγμένες ανεξίτηλα στη μνήμη.

Η μέρα της 25ης Μαρτίου μέρα γιορτής για όλη την πόλη. Μετά την Δοξολογία στη Μητρόπολη άρχιζε η μεγάλη παρέλαση στη οδό Μητροπόλεως ξεκινώντας από το Ρολόι και καταλήγοντας στην Ελιά. Όλη η Βέροια παραταγμένη στα πεζοδρόμια δεξιά κι αριστερά καμάρωνε και χειροκροτούσε τα παιδιά της, που προχωρούσαμε κάτω από τα εμβατήρια την μπάντας προσέχοντας να μη χάσουμε τον βηματισμό, την στοίχιση και την «στροφή κεφαλής δεξιά» στο σήμα του διμοιρίτη περνώντας μπροστά από τους επισήμους. Πόσο καμαρώναμε κι εμείς αλήθεια!

Άλλα χρόνια, άλλες εποχές. Με την πάροδο των ετών τα πράγματα άλλαξαν πολύ. Δεν κρίνω και δεν κατηγορώ τα σημερινά παιδιά που (αν) δεν νιώθουν τίποτε γι αυτές τις μέρες -δεν φταίνε αυτά, εμείς (δεν) τα μάθαμε έτσι. Ωστόσο δεν μπορώ παρά να θλίβομαι για λογαριασμό τους -γιατί εκείνα που ζήσαμε και νιώσαμε εμείς κάποτε ήταν υπέροχα και ανεκτίμητα, πολύτιμη παρακαταθήκη μας!




Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017


Χαιρετισμοί στην Κυριώτισσα

Παρασκευή της Μεγάλης Σαρακοστής σήμερα. Χαιρετισμοί -κι εμένα ο νους μου ταξιδεύει.

Βέροια, δεκαετία του 60. Χαιρετισμοί. Από νωρίς με έπαιρνε η μάνα μου και κατηφορίζαμε προς την εκκλησία μας, την Κυριώτισσα. Πηγαίναμε πάντα από τους πρώτους. Η μάνα μου, έντονα θρησκευόμενο άτομο, λάτρευε τα τροπάρια και ειδικά εκείνα των Χαιρετισμών και της Μεγάλης Εβδομάδας -αγάπη που την πέρασε ατόφια και σε μένα. Ωστόσο δεν ήταν εύκολο για ένα παιδάκι 5 και 6 χρόνων, και μάλιστα ζωηρό, να κάθεται φρόνιμα για τόση πολλή (για εκείνο) ώρα -ιδίως όταν συναντούσα φίλες μου συνομήλικες που είχαν έρθει κι εκείνες με τις μανάδες τους.

Καθόμασταν λοιπόν κάτω στο πεζουλάκι οι πιτσιρίκες και κάναμε αταξίες. Ανάβαμε κεριά και περνούσαμε το χέρι πάνω από τη φλόγα για να δούμε ποια θα αντέξει πιο πολύ. Ή τα κουνούσαμε για να σταλάξει κάτω το λιωμένο κερί -συνήθως στα φουστάνια ή στα πόδια μας, τσουρουφλίζοντάς τα! Ή πιάναμε το μπίρι μπίρι και γελούσαμε πνιχτά -με τη μάνα μου, την κυρα δασκάλα, να μας αγριοκοιτάζει όλο νόημα και να δαγκώνει τα χείλη. Μα εμείς απτόητες!

Η λύση ήταν το μικρό βιβλιαράκι με τις Ακολουθίες των Χαιρετισμών και της Μεγάλης Εβδομάδας που είχε την έμπνευση να μου αγοράσει και το οποίο κάπου βρίσκεται ακόμη, σε κάποια κούτα ξεχασμένη (πρέπει να ψάξω να το βρω). Ως δια μαγείας έγινα το καλύτερο παιδί! Καθόμουν ήσυχα ήσυχα, με το κεράκι μου ανά χείρας για να βλέπω, και παρακολουθούσα ευλαβικά όλη τη λειτουργία ψέλνοντας κι εγώ σιγανά μαζί με τον παππά και τους ψάλτες -στο τέλος τα είχα μάθει απ’ έξω!

Χρόνια μου Βεροιώτικα, αλησμόνητα! Τέτοιες μέρες σας νοσταλγώ ακόμα πιο πολύ!



Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017


Η αγκαλιά της μοναξιάς

Ήθελε επειγόντως μια αγκαλιά. Την αποζητούσε απεγνωσμένα. Δυο χέρια ζεστά να την τυλίξουν μέσα τους. Να χαθεί στη σιγουριά, στη θαλπωρή τους. Να τη χτυπήσουν απαλά, καθησυχαστικά στην πλάτη. Να μη σκέφτεται πια, να μην πονά. Να μη θυμάται τα λόγια της να καρφώνουν την ψυχή της.

Μα δεν υπήρχε κανείς. Μόνη. Κι έξω βροχή. Σιωπηλή αλλά επίμονη, δυνατή. Σαν τη μέσα της οδύνη. Κάθισε στο παράθυρο. Άπλωσε τα χέρια και τύλιξε το σώμα της σε μια σφιχτή αγκαλιά. Τη δική της. Που δεν μπορούσε να της τη στερήσεις κανείς. Ένιωσε καλύτερα. «Εγώ κι εσύ, εαυτέ μου», ψιθύρισε. «Οι δυο μας… όπως χρόνια τώρα».

Άρχισε να κινεί ρυθμικά το σώμα της. Μπρος πίσω, μπρος πίσω. Ξανάγινε μωρό. Σαν και να ένιωσε τα χέρια της μάνας της γύρω της. Σαν και να άκουσε τη φωνή της να τη νανουρίζει. Εκείνο το παλιό αγαπημένο νανούρισμα. Το ίδιο που έλεγε κι εκείνη με τη σειρά της στο δικό της μωρό. Εκείνο που την πλήγωσε τόσο βαθιά, τόσο αναίτια.

Χάιδεψε με τα χέρια της τους ώμους της. Να κανακέψει την ψυχή της. Να τη γλυκάνει. Κι η βροχή συνέχιζε να πέφτει. Μονότονα. Αδιάφορα.

(Από την υπό συγγραφή νουβέλα μου με προσωρινό τίτλο «Αντιγόνη»)



Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017


Το τηλέφωνο των αναμνήσεων

Γέρασες μα δεν το βάζεις κάτω. Τι κι αν μετράς εξήντα-κάτι χρόνια ζωής. Παραμένεις πάντα στις επάλξεις ακατάβλητο και μεταφέρεις φωνές, νέα, όνειρα και μυστικά.

Πόσα άραγε θα μπορούσε να μας πει αυτό σου το παλιομοδίτικο ακουστικό από μαύρο βακελίτη… Πόσα και πόσα άκουσε στο πέρασμα των χρόνων. Πόσες φορές στριφογύρισε αυτό σου το καντράν οδηγημένο από δάχτυλα ανυπόμονα, τρεμάμενα, εκνευρισμένα, λυπημένα, χαρούμενα, ερωτευμένα.

Πενταψήφιο το πρώτο σου νούμερο, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 50. Ο τηλεφωνικός κατάλογος «Αθηνών, Πειραιώς και Προαστείων» σαν σχολικό τετράδιο με λίγα φύλλα. Λίγοι εκείνοι που είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν τηλέφωνο τότε, να μπορούν να επικοινωνούν με το πρωτοποριακό για την εποχή μέσο -και μόνο δυο «Αναστασίου» μέσα, ο πεθερός μου (στην οικογένεια του οποίου και ανήκες) κι άλλος ένας.

Εγώ σε γνώρισα χρόνια μετά, στα μέσα της δεκαετίας του 70, όταν είχες πάρει προαγωγή σε εξαψήφιο νούμερο και ήσουν το «τρίτο» πρόσωπο ανάμεσα σε μένα και τον καλό μου με «τέταρτο» το τηλέφωνο του δικού μου σπιτιού, πιο μοντέρνου και με πλήκτρα αντί για καντράν.

Και τι δεν είχατε ακούσει τις ατέλειωτες ώρες των τηλεφωνημάτων μας! Άναβαν οι γραμμές, γκρίνιαζαν οι μανάδες μας που σας μπλοκάραμε και δεν μπορούσαν να πάρουν σειρά (γι αυτό και μιλούσαμε συνήθως μεταμεσονύχτιες ώρες), μπλέκονταν κι άλλες συνδέσεις και μιλούσαμε όλοι μαζί, ακούγονταν παράσιτα… αλλά εμείς απτόητοι!

Πέρασαν τα χρόνια, έγινες επταψήφιο και μετά δεκαψήφιο. Εμφανίστηκαν πολύ πιο μοντέρνες συσκευές, γεννήθηκαν τα κινητά κι άρχισες να παροπλίζεσαι σιγά σιγά, να γίνεσαι αντίκα, είδος μουσειακό -κι ωστόσο πάντα ενεργό, πάντα αξιόπιστο. Εξακολουθείς ακόμα και σήμερα να μας φέρνεις κοντά στους αγαπημένους μας και καμαρώνεις πάνω στο δαντελένιο σεμεδάκι της μάνας μου -οι δυο συμπεθέρες σε αρμονική (όπως κι όσο ζούσαν) συνύπαρξη. Κι είναι σαν να τις βλέπω να μας κουνούν μαζί επιτιμητικά το δάχτυλο και να μας λένε «κλείστε το επιτέλους!»

Και τι δεν θα ’δινα στ’ αλήθεια να ακούσω αυτό το τρυφερό μάλωμα για μια ακόμη φορά, μανάδες μου αγαπημένες...



Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017


Βότσαλο ξεχασμένο

Το βρήκα σε κάποιο ξεκαθάρισμα κουτιών με παλιά, ξεχασμένα πράγματα. Ξεχασμένο κι αυτό. Ούτε καν θυμόμουν πόσα χρόνια πριν και σε ποια παραλία το είχα πάρει στα χέρια μου και σκέφτηκα να το ζωγραφίσω με ξυλομπογιές -έμπνευση που, ευτυχώς, κράτησε ελάχιστα γιατί δεν το ’χω καθόλου με τη ζωγραφική!

Την απάντηση στο πότε την έδωσε το ίδιο το βότσαλο με την ημερομηνία στο πίσω μέρος -ημερομηνία που μου έδωσε αμέσως και το στίγμα της παραλίας. Αύγουστος του  1977, σαράντα χρόνια πριν.  Αλόννησος, καλοκαιρινές διακοπές με τον καλό μου.
Τι σου κάνει ένα ξεχασμένο βότσαλο… Πόσα χρόνια πίσω σε γυρίζει και τι εικόνες σου φέρνει στο νου!







Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017


Το δάκρυ της βροχής

Βάρυνες ουρανέ μου
Κρύφτηκε το πρόσωπο του ήλιου
Πίσω από ανθρακένια σύννεφα
Και σ' έπιασε το παράπονο

Γείρε στον ώμο του ουράνιου τόξου και κλάψε
Κι άσε το δάκρυ της βροχής
Να ξεπλύνει την θλίψη σου
Και να σε ξανακάνει γαλανό

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017


Πορτοκαλί
Ανοίγω το παράθυρο
Κι ένα λαμπερό πορτοκαλί
Εισβάλλει στο δωμάτιο
Χορεύοντας χαρούμενα
Πάνω στις φωτογραφίες του τοίχου
Μ' αρπάζει απ' το χέρι ανυπόμονα
Αυθάδικα θαρρείς
Και με τραβάει έξω στην αυλή
"Κοίτα", μου ψιθυρίζει παιχνιδιάρικα
"Ξημέρωσε καινούργια μέρα
Καλημέρα, καλημέρα!"
Ανοίγω τα χέρια
Σαν και ν' αγκαλιάζω ολάκερη την πλάση
Εκείνο φτερουγίζει στα πλάτη τ' ουρανού
Χαμογελώντας συνωμοτικά
Κι εγώ του στέλνω δυο φιλιά
Σε μυστικό χαιρετισμό
"Καλημέρα! Καλημέρα!"