Σάββατο, 14 Απριλίου 2018



Βιβλιοπαρουσίαση

Με πολλή χαρά σας ανακοινώνω ότι την Πέμπτη 3 Μαΐου και ώρα 20.00 θα γίνει η πρώτη παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Αποτυπώματα» που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες από τις Π. Η παρουσίαση θα γίνει σε συνδυασμό με ταυτόχρονη δεύτερη παρουσίαση του «Πάροδος Μουσών 9» στο «Καφέ Θέατρο» της Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της Έκθεσης Βιβλίου        (3 έως 6 Μαΐου).

Θα έχει προηγηθεί (κι αυτό το αναφέρω με ιδιαίτερη συγκίνηση) παρουσίαση και των δύο βιβλίων στην αγαπημένη μου πατρίδα, την Βέροια, την Τετάρτη 3 Μαΐου και ώρα 20.00 στο Gallery Café «Εκτός χάρτη».

Τέλος η κεντρική παρουσίαση της Αθήνας για την ποιητική συλλογή θα γίνει στις αρχές Ιουνίου. Η ημερομηνία και ο χώρος όπως και λεπτομέρειες και για τις τρεις παρουσιάσει θα ανακοινωθούν τις αμέσως επόμενες μέρες στις επίσημες προσκλήσεις της ΠΝΟΗΣ.



Υ.Γ. Επειδή το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής είναι σε εξέλιξη και μέχρι να οριστικοποιηθεί, δημοσιεύεται η πρώτη σελίδα από το «σώμα» του βιβλίου.






Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018


Η Ελληνίδα μάνα

Η φωτογραφία



-         Πώς τον λένε εκείνον τον γιατρό που πήγε η θεία σου;

-         Ποιον γιατρό και ποια θεία μου; Γιατί όλες σε γιατρούς ξημεροβραδιάζονται -άλλη με το μάτι της, άλλη με τα αρθριτικά της, άλλη με τη μούρλια της!

-         Έχεις δίκιο, δεν ήμουν σαφής -και τις έχεις και πολλές!

-         Πολλές και παθημένες. Για ποια λες;

-         Για τη θεία σου την Αθανασία λέω.

-         Που έκανε το λίφτινγκ;

-         Άει γεια σου, αυτή. Απ’ ότ,ι μούλεγες είχε θεαματικά αποτελέσματα.

-         Πράγματι. Δέκα χρόνια νεότερη μας προέκυψε.

-         Οπότε θέλω όνομα και τηλέφωνο του πλαστικού.

-         Για τη μάνα σου;

-         Εεεε… όχι ακριβώς… για μένα τα θέλω.

-         Έλα μου! Για σένα; Τι να τα κάνεις σαράντα χρόνων γυναίκα που φαίνεται ούτε για τριάντα;

-         Καλά, κόψε κάτι, μαζί μιλάμε.

-         Ακριβώς γι αυτό - άκου να θέλει πλαστικό!

-         Δεν τον θέλω για λίφτινγκ, ακόμα τουλάχιστον -ένα ψιλοσέρβις να κάνω, κανα μποτοξάκι, ίσως ένα γεμισματάκι στις ρυτίδες έκφρασης, αυτά.

-         Καλά, σοβαρολογείς τώρα; Τίποτε από όλα αυτά δεν χρειάζεσαι, ήμαρτον! Και πώς και σου προέκυψε αυτό; Εσύ έλεγες ότι δεν σε απασχολούν αυτά και δεν θα πας ποτέ σε πλαστικό, θα αφήσεις τον χρόνο να ζωγραφίσει τα χνάρια του.

-         Κι ακόμα τα λέω… απλά σκέφτομαι μπας και κάνω μια μικρή, τόση δα εξαίρεση.

-         Α μπα; Και τι προέκυψε για να προκύψει η εξαίρεση;

-         Η φωτογραφία.

-         Έλα μου ξανά! Ποια φωτογραφία, εκείνη που φοράς πάμπερ; Έκανες τη σύγκριση και συγχίστηκες;

-         Η φωτογραφία πάνω στο τζάκι.

-         Τώρα είναι που σε έχασα εντελώς. Ποια απ’ όλες χριστιανή μου, έχεις καμιά δεκαριά εκεί πάνω.

-         Εκείνη που είμαστε με τον Πέτρο στη βάρκα, λίγο μετά που πήραμε το πτυχίο.

-         Τον Πέτρο τον άντρα σου;

-         Όχι, τον Πέτρο Φυσσούν! Τον άντρα μου βέβαια, συντονίσου μαρή!

-         Και τι έχει η φωτογραφία; Από όσο θυμάμαι είναι και πολύ ωραία, δροσεροί και όμορφοι κι οι δυο, νεούδια στα ντουζένια σας! Έπεσε κι έσπασε;

-         Έπεσε και κοιμήθηκε. Μπρούμυτα.

-         Φιλενάδα… μπας κι αντί για πλαστικό χρειάζεσαι νευρολόγο; Η φωτογραφία κοιμάται μπρούμυτα… τι άλλο θα ακούσω η γυναίκα.

-         Παιδάκι μου άκου. Εδώ και 3-4 μέρες βρίσκω συνέχεια τη συγκεκριμένη φωτογραφία τουμπαρισμένη πάνω στο τζάκι. Είπα, έπεσε - και την σήκωσα. Την άλλη μέρα τα ίδια. Είπα, πέρασε κανα γατί και την παρέσυρε - και τη σήκωσα. Χτες πάλι τα ίδια. Είπα, δεν γίνεται να πέφτει μόνο αυτή κι όλες οι άλλες να είναι στη θέση τους.

-         Μπας και είχε χαλάσει το στήριγμα κι έπεφτε;

-         Το σκέφτηκα κι αυτό και το τσέκαρα, μια χαρά ήταν το στήριγμα.

-         Τότε;

-         Τότε είπα, χέρι την κάνει αυτή τη δουλειά και μάλιστα μικρό - ο Πέτρος ούτε και ξέρει τι έχουμε πάνω στο τζάκι.

-         Τα παιδιά;

-         Μάλιστα, τα παιδιά! Τα φώναξα και τα ρώτησα.

-         Και;

-         Ο μικρός δεν κατάλαβε καλά καλά τι ρωτούσα, πέντε χρόνων παιδάκι, και με κοίταζε μπερδεμένος.

-         Κι ο μεγάλος;

-         Ο μεγάλος κατέβασε ένοχα το κεφάλι και δεν μιλούσε.

-         Οπότε τον βρήκαμε τον φταίχτη;

-         Τον βρήκαμε - και πάνω που ετοιμαζόμουν να τον ρωτήσω γιατί κάνει τη σκανταλιά, κοτζάμ άντρας οχτώ χρόνων, έπεσε πάνω μου κλαίγοντας.

-         Α το μαναράκι μου… και τι σου είπε, γιατί το έκανε;

-         Μου είπε, ρουφώντας τα δάκρυά του, ότι με βλέπει στη φωτογραφία στα νιάτα μου, βλέπει και μένα στα ζωντανά που μεγάλωσα και πολύ στενοχωριέται και «γέρασες μανούλα μου και θα μου πεθάνεις κι εγώ τι θα κάνω χωρίς εσένα και γι αυτό την κρύβω τη φωτογραφία για να μη βλέπω πόσο άλλαξες» κι άλλα τέτοια χαριτωμένα και κολακευτικά!

-         Α πα πα! Τι πήγε και καρφώθηκε στο μυαλουδάκι του! Κι εσύ τι έκανες;

-         Εννοείς μετά το εγκεφαλικό; Μα να μου λέει το παιδί μου ότι γέρασα στα σαράντα μου;

-         Καλά κι εσύ τώρα, παιδάκι είναι, παιδιάστικα σκέφτεται.

-         Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ και το προσπέρασα αξιοπρεπώς. Τον πήρα λοιπόν αγκαλιά και του είπα πως όλοι οι άνθρωποι μεγαλώνουμε και πως δεν είμαι δα και τόσο μεγάλη για να ανησυχεί πως θα με χάσει και πως θα είμαι για πολλά πολλά χρόνια ακόμη κοντά τους και να μην στενοχωριέται, δεν τόχω σκοπό να πεθάνω πριν φτάσω τα εκατό.

-         Κι εκείνος;

-         Αυτό το «εκατό» σαν να τον παρηγόρησε λιγάκι, το πήρε σαν υπόσχεση, σου λέει έχουμε χρόνια μπροστά μας και δεν θα μου φύγει η μάνα μου.

-         Κοίτα τώρα τι πήγε και σκέφτηκε ο μπαγασάκος! Και ο πλαστικός πού κολλάει σε όλο αυτό;

-         Μετά, κι αφού τον παρηγόρησα, πήγα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη με τα δικά του μάτια και είδα ότι όντως έχουν αρχίσει και φαίνονται τα σημάδια του χρόνου… και είπα μήπως…

-         Είσαι μουρλή; Επειδή το παιδί είπε μια κουβέντα ξεσηκώθηκες, μια χαρά γυναίκα, και σκέφτεσαι χαζομάρες; Εξ άλλου εσύ έλεγες πάντα ότι οι ρυτίδες μας είναι η ιστορία της ζωής μας - και την ιστορία δεν την παραχαράσσεις!

-         Μωρέ το έλεγα και το λέω και το πιστεύω… αλλά να, στενοχωριέται το παιδί μου και γι αυτό το σκέφτηκα…

-         Να κάτσεις στ’ αυγά σου - άκου να κάνει πλαστική επειδή τούμπαρε μια φωτογραφία στο τζάκι! Εξ άλλου έχουμε καιρό για αυτά - αργότερα, όταν γεράσουμε στ’ αλήθεια.

-         Σωστά - στα πενήντα το ξανασυζητάμε.

-         Στα εξήντα μη σου πω - ή και καθόλου. Τα χρόνια μας είναι το μεγάλο μας  κέρδος στη ζωή αρκεί να τα ζήσουμε όμορφα - κι ας αφήνουν τα σημάδια τους πάνω μας!

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018


Ελληνίδα μάνα

Η καμπαρετζού

-         Καλημέρα φιλενάδα, τι μου κάνεις;

-         Βρε καλώς την, βρε καλώς την! Έλα, πέρνα μέσα, μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε! Πού εξαφανίστηκες ένα μήνα τώρα;

-         Έλειπα - και συγγνώμη βρε καλή μου που δεν σου είπα τίποτε πριν φύγω αλλά ήταν ζόρικα τα πράματα και δεν ήξερα πού θα με βγάλει… και φοβόμουν μήπως και προσπαθήσεις να μου αλλάξεις γνώμη…

-         Φιλενάδα με τρομάζεις. Τι είναι αυτό το τόσο σοβαρό που δεν ήθελες να μου πεις και γιατί να σου αλλάξω γνώμη;

-         Γιατί δεν το λες και το πιο λογικό πράγμα στον κόσμο αυτό που έζησα, δεν ήταν εύκολη απόφαση κι ακόμα και τώρα αναρωτιέμαι πώς και το κουτούρησα κι ευλογώ την τύχη μου που μου βγήκε σε καλό τελικά.

-         Μ’ έχει φάει η περιέργεια και η αγωνία - για λέγε!

-         Πρόκειται για τον Βασίλη.

-         Τον γιο σου; Έπαθε τίποτε το παιδί;

-         Τώρα είναι καλά - αλλά πέρασα και πέρασε μεγάλο λούκι.

-         Δηλαδή;

-         Είναι τώρα ο τρίτος χρόνος που σπουδάζει στην Πάτρα. Στην αρχή τον είχα μεγάλη έγνοια, άμαθο δεκαοχτάρικο ήταν όταν έφυγε, αλλά αποδείχτηκε συνετός και συνεπής κι έτσι ξένοιασα λιγάκι.

-         Μέχρι εδώ μια χαρά σας βρίσκω.

-         Μέχρι εδώ κι εγώ μια χαρά ήμουνα. Αλλά εδώ και τρεις μήνες άλλαξε συμπεριφορά. Δεν τον έβρισκα στο τηλέφωνο αργά το βράδυ, που τον έπαιρνα πάντα, τον άκουγα περίεργα, τον ρωτούσα πώς πάει η σχολή και μου τα μάσαγε και γενικά μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά ότι κάτι δεν πάει καλά.

-         Οπότε;

-         Οπότε έριξα τα μούτρα μου και πήρα έναν φίλο του τηλέφωνο.

-         Και;

-         Στην αρχή μου τα μάσαγε κι αυτός αλλά εγώ επέμεινα και τελικά μου αποκάλυψε ότι ο κανακάρης μου είχε μπλεξίματα με μια γυναίκα.

-         Εντάξει, συμβαίνουν αυτά.

-         Συμβαίνουν, ναι. Αλλά άμα σου πω τι εστί η γυνή, θα πέσεις κάτω ξερή όπως έπεσα κι εγώ.

-         Τόσο χάλια;

-         Και χειρότερα. Η λεγάμενη είναι, πρόσεξε, τριάντα-κάμποσο και χορεύτρια σε καμπαρέ!

-         Α πα πα… με καμπαρετζού τάμπλεξε το παιδί; Κι εσύ τι έκανες;

-         Μετά το παρ’ ολίγον εγκεφαλικό; Τα μάζεψα κι έφυγα σφαίρα για Πάτρα. Το καμάρι μου δεν με περίμενε βέβαια και μούρθε ξημερώματα με κάτι μαύρους κύκλους να κάτω από τα μάτια.

-         Φαντάζομαι σκηνικό.

-         Φτωχή κάθε φαντασία. Τον άρπαξα από τα μούτρα, ήταν και εξοντωμένος, μου τα ξεφούρνισε χαρτί και καλαμάρι. Κι εκεί που ήμουν έτοιμη να αρχίσω το κήρυγμα και τις απειλές τύπου διακοπή επιχορήγησης, μου δηλώνει το νιάνιαρο ότι αυτή και καλά είναι η γυναίκα της ζωής του κι ότι αν τη χάσει θα κόψει φλέβες και να μην κάνω τον κόπο να τον αρχίσω στο μπλα μπλα κι άλλα τέτοια χαρωπά.

-         Κι εσύ;

-         Εγώ μετά το δεύτερο παρ’ ολίγον εγκεφαλικό πήρα βαθιές ανάσες, άλλαξα γραμμή πλεύσης (γιατί αυτά τα βλαμμένα είναι ικανά να κάνουν απύθμενες βλακείες πάνω στην τρέλα τους) του είπα ξερά «αυτό θα το δούμε» και πήγα να βρω τον φίλο του.

-         Και τον βρήκες;

-         Όχι μόνο τον βρήκα αλλά του ξεκόλλησα και την πληροφορία πώς λέγεται και πού δουλεύει η εν λόγω «κυρία».

-         Φοβερή σε βρίσκω!

-         Για το παιδί μου μιλάμε, φιλενάδα… Κάτι τέτοιες ιστορίες γύρευε πού μπορούν να καταλήξουν.

-         Και μετά;

-         Την έστησα το βράδυ έξω από το κέντρο που δούλευε. Κάτι τεράστιες φωτογραφίες με την αλογομούρη της, σχεδόν τσίτσιδη με τη «στολή εργασίας» και το όνομα φαρδύ πλατύ από κάτω, οπότε δεν δυσκολεύτηκα να την αναγνωρίσω όταν την είδα να αριβάρει με μια κουρσάρα δέκα μέτρα που οδηγούσε ένας κουραδόμαγκας με λαδωμένο μαλλί και μαύρο γυαλί ντάλα νύχτα.

-         Νταβατζής;

-         Αλλά τι; Πνευματικός της καθοδηγητής;

-         Και;

-         Την άφησε κι έφυγε και, καθώς ερχόταν σεινάμενη και κουνάμενη, της βγήκα μπροστά. Ξαφνιάστηκε. Της είπα στεγνά ποια είμαι και ν’ αφήσει τον γιο μου ήσυχο. Κάγχασε. «Ο γιος σου είναι που μου έχει κολλήσει σαν βδέλλα, κυρά μου», μου είπε. «Δεν λέω, νόστιμο παλικαράκι και στα ντουζένια του, μια χαρά καλοπερνάμε, οπότε γιατί θες να μας το χαλάσεις;» Μαύρισε το μάτι μου. «Κεριά και λιβάνια στον τάφο σου θα σου ανάψω, πρόστυχη», ούρλιαξα εκτός εαυτού. «Να αφήσεις το παιδί μου ήσυχο αλλιώς δεν ξέρω τι είμαι ικανή να κάνω».

-         Πω πω σκηνικό… Κι εκείνη τι απάντησε;

-         Έβαλε τα γέλια. «Δεν μας λες κι εμάς μανδάμ τι θα κάνεις, έτσι για να γελάσουμε; Μπας και θα μας καταγγείλεις στην πολιτσία; Ενήλικο είναι το αγοράκι σου, ξέρεις, δεν το αποπλανήσαμε» και φύσηξε στα μούτρα μου τον καπνό από το τσιγάρο της - λέρα σου λέω.

-         Καλά… έχω μείνει. Κι εσύ;

-         Με το τρίτο εγκεφαλικό επί θύραις πέρασαν αστραπή μπροστά από τα μάτια μου όλοι οι τρόποι να την καθαρίσω - μαχαίρι, καραμπίνα, δηλητήριο, να τη σπρώξω στον γκρεμό, να την πατήσω με το αμάξι, να την πνίξω στη μπανιέρα … ό,τι μπορείς να φανταστείς.

-         Δεν σε πιστεύω!

-         Γιατί, με πιστεύω εγώ; Θόλωσα σου λέω, σάλταρα - και ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου κι ήξερα πια τι έπρεπε να πω και να κάνω.

-         Περιμένω με αγωνία.

-         Ένιωσα να ξεφουσκώνει όλη μου η ένταση και να μένει μόνο μια ψυχρή οργή. Πλησίασα την μούρη μου στη δική της και της είπα σιγανά και παγωμένα. «Σε καμία αστυνομία δεν θα πάω. Θα σε παραφυλάω νύχτα μέρα - μα εδώ, μα έξω από το σπίτι σου. Πού θα πάει, κάποια στιγμή θα σε πετύχω μονάχη και λιάδα. Και τότε θα ρίξω βιτριόλι σ’ αυτήν την αλογίσια μούρη σου και θα σε κάνω να μη γνωρίζεις τη φάτσα σου στον καθρέφτη. Γκέγκε; Θα περιμένω όσο κι αν χρειαστεί αν πρόκειται να γλιτώσω το παιδί μου από τα νύχια σου. Συνεννοηθήκαμε;»

-         Βιτριόλι; Πώς σούρθε χριστιανή μου; Κι εκείνη τσίμπησε;

-         Δεν ξέρω κι εγώ πώς μούρθε. Όσο για κείνη, φαίνεται πως είχα την άγρια όψη της τρελής που δεν λογαριάζει τίποτε, ήταν κι οι λέξεις μου κοφτές και σφυριχτές, κι ήρθε κι άλλαξε χρώμα. «Χάρισμά σου το κωλοπαίδι σου», μου είπε περιφρονητικά αλλά με μια σκιά φόβου στη φωνή, «μπλεξίματα με τρελές δεν θέλω» και χάθηκε πίσω από την πόρτα του μπαρ.

-         Και τόκανε;

-         Τόκανε λέει! Τον σχόλασε την άλλη μέρα. Ο δικός μου στα πατώματα, να πεθάνει λέμε. Αρρώστησε με ψηλό πυρετό, δεν έτρωγε, όλη μέρα έκλαιγε, τι να στα λέω… κόντεψα να το χάσω το παιδί μου, γι αυτό κι έμεινα ένα μήνα στην Πάτρα. Αλλά γιατρεύτηκε τελικά - σώμα και ψυχή. Κι όταν μου είπε προχθές «σ’ ευχαριστώ μάνα» δεν χρειάστηκε να ρωτήσω τι και γιατί. Απλά τον αγκάλιασα και πήρα το πρώτο λεωφορείο για το σπίτι μου.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018



Στο παρακάτω link του Bookia μπορείτε να δείτε αναλυτικά όλα τα μέχρι στιγμής έργα μου,
ατομικά και συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις.

Ευχαριστώ θερμά, Παναγιώτης Σιδηρόπουλος και Popi Xofaki
για την τόσο εμπεριστατωμένη, πλήρη και καλαίσθητη παρουσίαση! 


 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018


Με αφορμή την σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου μέρος της δεύτερης σκηνής από το (άτιτλο ακόμη) θεατρικό μου που περιμένει στο συρτάρι τη σειρά του!


ΘΕΑΤΡΙΚΟ - ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


(Μια παρέα τεσσάρων παιδιών, δύο  αγόρια και δύο κορίτσια, γύρω από ένα τραπεζάκι στο καφέ «Γοργόνα». Καπνοί από τσιγάρα, καφέδες, φωνές τριγύρω και η μουσική στη διαπασών - κάποιο τραγούδι της Μαντόνα. Η Βαλέρια μπαίνει,  πάει κατ’ ευθείαν στην παρέα της και σωριάζεται σε μια πολυθρόνα φωνάζοντας «Θανάσηηη... καφέ!!!»)


«Κεφάκια βλέπω.»

«Κόφτο Νικόλα γιατί εσύ θα την πληρώσεις.»

«Τι έγινε ρε φιλενάδα; Πάλι ανάποδα ξύπνησες;»

«Δεν ξύπνησα, Εριέττα, με ξύπνησε το αστέρι από δω. Αχάραγα!»

«Ε όχι και αχάγαγα. Έντεκα η ώρα ήταν, πείτε καλέ και σεις κάτι που την ακούτε να λέει μπούγδες και την αφήνετε…»

«Έντεκα είναι αξημέρωτα για την Βαλέρια, ακόμα να το μάθεις ρε συ Ειρήνη;»

«Γι αυτό σε πάω ρε Μήτσο, γιατί με καταλαβαίνεις, μεγάλε».

«Μμμμ! Το ίδιο ανεπγόκοπος είναι κι αυτός, γι αυτό ταιγιάζετε. Ο κόσμος κοιμάται τη νύχτα και ξυπνάει πγωι, όχι μεσημέγι.»

«Και σένα μαρή τι σε κόφτει τι ώρα θα ξυπνήσω; Παιδονόμο σε βάλανε; Αφού σου είπα, ξενύχτησα».

«Με τον... λεγάμενο;»

«Άσε ρε Εριέττα! Άσε γιατί... ως εδώ είμαι. Έγινε του μνημονίου».

«Τσακωθήκατε πάλι; Αμάν ρε συ Βαλέρια, έλεος δηλαδή. Ούτε έξι μήνες δεν τάχετε κι έχετε ρίξει καυγάδες χρόνων».

«Μού ’κατσε μαλάκας, τι θες τώρα».

«Να πάρεις μια απόφαση και να ηρεμήσεις, αυτό θέλω. Κι άστο αυτό το ρημάδι κάτω, τώρα το ’σβησες».

«Μην κάνεις σαν τη μάνα μου, να χαρείς. Θανάσηηηη! Θα τον φέρεις εκείνον τον ρημαδοκαφέ ή θα πάω απέναντι στο περίπτερο;»

«Νεύγα, πολλά νεύγα έχεις κι ο καφές θα σε χαλάσει χειγότεγα. Να πάγεις σοκολάτα να σε καλμάγει».

«Ρηνούλα! Κανόνισε να την πληρώσεις εσύ.  Τι με αγριοκοιτάς ρε Νικόλα, εμ με ξύπνησε εμ με συγχίζει. Καλά, οκ, συγνώμη παιδιά αλλά τα νεύρα μου είναι γκιπούρ. Έλα μαρή, μη σουφρώνεις τα χείλη σα μωρό... άντε, με συχωρείς, εντάξει; Εντάξει λέω;»

«...νταξ…»

«Θα μας πεις τι έγινε με τον έτσι;  Άντε, μπας και ξεφορτώσεις μέχρι νάρθουν κι οι άλλοι για να πούμε τα σοβαρά».

«Μπράβο ρε Μήτσο! Και σε θεωρούσα και φίλο. Τα δικά μου δηλαδή δεν είναι σοβαρά; Για την πλάκα μου χαλιέμαι; Και πού είναι οι άλλοι για νάχουμε καλό ρώτημα;»

« Η Μυρτώ είναι στο δρόμο, πήρε τηλέφωνο, κι ο Στάθης έστειλε μήνυμα ότι του χάλασε το μηχανάκι και προσπαθεί να το βάλει μπρος»

«Καλά κουκούλια. Εγώ λέω ν’ αρχίσουμε χωρίς να τους περιμένουμε και μετά τους λέμε τι αποφασίσαμε»

«Κάτσε ρε Βαλέρια με τα αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Ή είμαστε παρέα ή δεν είμαστε. Εγώ λέω να μας πεις τα δικά σου κι έρχονται και οι άλλοι.»

«Να κόψεις τα μεσημεριανάδικα, Νικόλα, σκέτη Κατίνα έγινες.»

«Τώγα γιατί γίνεσαι άδικη; Από ενδιαφέγον το λέει κι όχι για κουτσομπολιό. Πες τα να ξαλαφγώσεις μπας κι ηγεμήσεις και μπογέσουμε να κανονίσουμε εκείνη τη γημάδα την εκδγομή.»

« Πάει καλάααα. Έχουμε και λέμε. Με τον Σωτήρη είμαστε μαζί από την Πρωτοχρονιά, κοντά εξάμηνο. Τα ξέρετε αυτά, προχωρώ στο παρασύνθημα. Ωραίος τύπος, μηχανή χιλιάρα δικιά του, ΤΕΙ φυσικοθεραπεία με καμιά εικοσαριά μαθήματα στη ράδα. Καλό χαρτζιλίκι, δικηγόρος ο μπαμπάς, πολύ καλό κρεβάτι».

«Τζακ ποτ δηλαδή! Ωραίος, ματσωμένος και μάτσο. Πού χαλάει η συνταγή;»

«Ζηλεύει Μητσάρα μου! Πράσινος γίνεται έτσι και δει να με κοιτάζει κανένας. Σκηνές απείρου κάλλους. Και να πείτε ρε παιδιά ότι ξενοκοιτάζω... ότι δίνω πάτημα... Με ξέρετε δα. Αν δεν γούσταρα, θα τον σχόλαγα και θα πήγαινα παρακάτω. Για να είμαι μαζί σου, μαλάκα, σε κάνω κέφι... Κι αν μου τελειώσει, θα πάρεις το πασαπόρτι σου μετ’ επαίνων, που λένε, και άντε γεια. Οπότε - τι με πρήζεις;»



Η πρώτη σκηνή εδώ:














Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018


Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου
Την είδα για πρώτη φορά όταν, εικοσιδυό χρόνων κοριτσόπουλο,  με πήγε ο καλός μου στο σπίτι του να με γνωρίσει  στη μητέρα του. Μια μεγάλη αφίσα με τους «Πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου» του Νταλί πάνω από το γραφείο του. Την αντιπάθησα με την πρώτη ματιά, αυτόματα κι αυθόρμητα. Αυτά τα μακριά σαν κλωστές πόδια μου θύμιζαν αράχνες και με ανατρίχιαζαν - όπως και τα αντίστοιχα έντομα εξ άλλου. Αγριεύτηκα, πώς να σας το πω!
Ωστόσο δεν μίλησα, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή. Κάτι η φυσική μου διακριτικότητα, κάτι η παρουσία της μετέπειτα πεθεράς μου (ε, δεν λες και μπροστά της ότι απεχθάνεσαι κάτι που έχει στο δωμάτιό του ο γιος της) την παρέκαμψα με μια απλή γκριμάτσα αποδοκιμασίας - που δεν πέρασε όμως απαρατήρητη από τον καλό μου, o οποίος κι άρχισε να μου εξηγεί τα τι και τα πώς της αφίσας. Δεν με έπεισε, εννοείται, του είπα πως γούστα είναι αυτά, ο καθένας έχει δικαίωμα να αντικρίζει αυτό που επιλέγει κάθε πρωί που ανοίγει το μάτι του κι άλλα τέτοια δημοκρατικά και ανεξίθρησκα, μη παραλείποντας ωστόσο να προσθέσω ότι εγώ θα σκιαζόμουν αν έβλεπα όλα αυτά τα αραχνοπόδαρα πλάσματα κάθε που θα σήκωνα τα μάτια από το διάβασμα!
Με τον καιρό τη συνήθισα - μέχρι που δεν την έβλεπα καν. Εννοείται πως αντιστάθηκα σθεναρά στην πρότασή του να μεταφερθεί στο δικό μας σπιτικό, όταν το στήσαμε πέντε χρόνια μετά, κι έτσι παρέμεινε στο πατρικό του. Μέχρι που μετακόμισε κι η πεθερά μου κι έχασα τα ίχνη της αφίσας - όχι βέβαια ότι την αναζήτησα ποτέ ή είχα καμιά σκοτούρα για το τι απέγινε. Όλο και σε κάποια αποθήκη θα είχε καταχωνιαστεί γιατί, σίγουρα, δεν θα την είχε πετάξει ο άντρας μου την ανάμνηση των νεανικών του χρόνων!
Και την είδα ξανά προχτές! Μαζί με κάτι άλλα πράγματα που έφερε από την αποθήκη του σπιτιού της Αθήνας, μου κουβάλησε και την αφίσα. Κι αν σας πω ότι καταχάρηκα που την είδα, θα με πιστέψετε; Με μιας ξανάγινα εκείνο το κοριτσόπουλο, διακτινίστηκα στο φοιτητικό δωμάτιο του καλού μου, είδα την πεθερά μου (ας είναι αναπαυμένη) να μου φέρνει γλυκό του κουταλιού και να μου χαμογελά μ’ εκείνα τα πανέμορφα γαλάζια μάτια της και τον άντρα μου, παλικαρόπουλο με πυκνά μαύρα μαλλιά και γένια, να μου σχεδιάζει σε χαρτί την πορεία των νεύρων (δίναμε Νευρολογία - ζόρικο όσο να πεις) και να μου σκάει και κανα πεταχτό φιλί όταν η μάνα του (έκανε πως) δεν έβλεπε!
Την καλωσόρισα λοιπόν την παλιά μου αντιπάθεια - ειλικρινά και με ενθουσιασμό. Γιατί δεν είναι πλέον απλά μια αφίσα με (για μένα) απωθητικό θέμα. Είναι το παράθυρο που ανοίγει διάπλατα και μου φανερώνει χρόνια παλιά, εικόνες νοσταλγικές, αναμνήσεις λησμονημένες, που αναδύθηκαν ωστόσο ολοζώντανες και μόνο στη θωριά της. Και δεν θα την καταχωνιάσω ξανά, σας βεβαιώνω. Κάπου θα την βολέψω για να μπορώ να τη βλέπω και να αναθυμιέμαι - να αναθυμόμαστε!



Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018


Χαμαίμηλον το ταπεινόν



Σας έβαζε η μαμά σας, εσάς τους παλιότερους, να μαζεύετε χαμομήλια; 

Θυμάμαι τη Βέροια των παιδικών μου χρόνων να στολίζεται σαν νύφη από τα αμέτρητα ταπεινά λευκοκίτρινα χαμομηλάκια κι εμείς, τα παιδιά, να ξαμολιόμαστε με ένα καλαθάκι στο χέρι στις αλάνες, στα χωμάτινα "πεζοδρόμια", στην περίμετρο της μεγάλης μας αυλής, που είχε γλιτώσει από το ποδοβολητό των παιχνιδιών μας κι είχε γίνει καταπράσινη, και να τα κορφολογούμε με την "ειδική" τεχνική που ξέρουμε όλοι όσοι έχουμε μαζέψει έστω και μια φορά στη ζωή μας.

Έπειτα η μάνα τα άπλωνε πάνω σε εφημερίδες να τα αποξηράνει και να τα φυλάξει στη συνέχεια σε γυάλινα βαζάκια, να τα έχουμε όλο το χειμώνα. Και μοσχοβολούσε το σπίτι από το υπέροχο, λεπτό, αλησμόνητο άρωμά τους όπως μοσχοβολούσε και το καυτό ρόφημα που μαλάκωνε τον πονεμένο μας λαιμό, καταπολεμούσε τον βήχα, ζέσταινε ευεργετικά το στήθος. Ή, χλιαρό εκχύλισμα, ανακούφιζε το πονεμένο δόντι και θεράπευε το "κριθαράκι" στο μάτι. Και πόσα και πόσα ακόμη!

Την νοστάλγησα εκείνη την μοναδική, αξέχαστη μυρωδιά, την μοναδική, αξέχαστη γεύση τώρα το απόγευμα που είδα τα πρώτα χαμομήλια στην μεγάλη αλάνα που πάμε βόλτα με τον Ρόμπι. Έσκυψα, τα μύρισα, τα χάιδεψα, τα καλωσόρισα στην Άνοιξη και τους έκλεισα ραντεβού - όταν πλημμυρίσουν τα χωράφια να πάω για συλλογή να έχω απόθεμα για τον χειμώνα.