Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017


ΨΥΧΗ ΓΡΑΜΜΕΝΗ - Κώστας Μπέζας

Εκδόσεις  ΠΝΟΗ

Διάλεξα το βιβλίο σου, φίλε μου Κώστα, να μου κρατήσει συντροφιά στην πτήση για Γενεύη για να δω τα εγγόνια μου μιας και μιλά για τη δική σου γιαγιά και την μοναδική σας σχέση. Δεν ξέρω αν έκανα καλά μιας και βούρκωνα κάθε λίγο και λιγάκι, κάποιες φορές τα μάτια έτρεχαν και οι γύρω με κοιτούσαν παραξενεμένοι.

Θέλω να πω μ’ αυτό ότι με συνεπήρε, με άγγιξε βαθιά. Έζησα έντονα κάθε του λέξη, άλλοτε ως εγγόνα κι άλλοτε ως γιαγιά, περπάτησα μαζί σου στις θύμησες των παιδικών σου χρόνων, αγάπησα την γιαγιά Μαρία, την θαύμασα, έμαθα πράγματα από αυτήν μέσα από την αφήγησή σου. Μια αφήγηση που είναι πραγματική ποίηση δοσμένη σε πεζό αφού καταθέτεις την ψυχή σου, την «ψυχή γραμμένη» σου, όπως σε αποκαλούσε Εκείνη, μέσα από εικόνες γεμάτες λυρισμό και νοσταλγία. Από κάθε σου λέξη, από κάθε σου φράση αναβλύζει η απέραντη αγάπη, ο βαθύτατος σεβασμός, ο ακατάλυτος δεσμός που σε έδενε και θα σε δένει πάντα μ’ εκείνη την πραγματικά ξεχωριστή γυναίκα.

Τα αποσπάσματα που επέλεξα είναι μέρος μόνο των όσων με εντυπωσίασαν περισσότερο - θα μπορούσα να έχω αντιγράψει πολύ περισσότερα, ίσως κι ολόκληρο το βιβλίο!

Κώστα Μπέζα, εκλεκτέ κι αγαπημένε μου φίλε, σ’ ευχαριστώ από καρδιάς για το υπέροχο ταξίδι! Τα θερμά μου συγχαρητήρια και να είσαι πάντα καλά!

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017


Πάροδος Μουσών 9

Βούτηξα και εγώ στα σαγηνευτικά νερά της δεκαετίας του 60' και 70' διαβάζοντας το βιβλίο σου αυτές τις μέρες...Ένιωσα να γίνομαι και εγώ μία ακόμη αδερφή της Θάλειας, της Κλειώς και της Μέλπως.

Τί να πω για την κυρία Ουρανία και τί να πρωτοθυμηθώ για τις όμορφες περιγραφές σου για τη Βέροια, τη Μπαρμπούτα και τόσα άλλα μονοπάτια που έχω και εγώ διασχίσει, μόλις πρόσφατα... Ήταν ένα όμορφο ταξίδι που με παρέσυρε σε μέρη και χρόνια που δεν έχω ζήσει, αλλά έχω ακούσει τόσα... Το πιο όμορφο απ' όλα για μένα, ήταν η ανωτερότητα των ψυχών που αντιμετώπισαν όλες τις δυσκολίες της ζωής μ’ ένα χαμόγελο πικρίας αλλά και ελπίδας συγχρόνως...

 Έτσι είναι η ζωή… Έτσι πορευόμαστε και ζούμε και εμείς, μέσα σε όλες τις δεκαετίες τώρα που μας έτυχε να συντροφεύσουμε με την παρουσία μας... Τέλος, σαν να είδα την καρδούλα σου να σεργιανάει στα σοκάκια της Βέροιας και δεκάδες στιγμές λύτρωσης όταν τα όνειρα των ηρωίδων σου γίνονταν πραγματικότητα.

Μπράβο, Βάσω μου, ήταν υπέροχο! Τα φιλιά μου στην πατρίδα σου, Βέροια, που μόνο αγάπη έχει να σου θυμίζει και χιλιάδες αναμνήσεις παντοτινά να σου χαρίζει...

Αλεξάνδρα Κουρκούδιαλου - συγγραφέας




Όταν άκουσα τον τίτλο του βιβλίου της Βασιλικής Αποστολοπούλου, αμέσως πέρασαν από το μυαλό μου εικόνες από παλιές Ελληνικές ταινίες , ρομαντικές, εικόνες από αλλοτινές όμορφες ή δύσκολες εποχές.


Πάροδος Μουσών 9. Αυτόματα θυμήθηκα την πάροδο Αστερουσίων 9, όπου εγώ έζησα κάποτε στα όμορφα εκείνα χρόνια του γυμνασίου και αυτό ήταν! Αγάπησα τούτο το βιβλίο πριν καν το πάρω στα χέρια μου! Το ερωτεύτηκα κιόλας όταν το είδα μ' αυτό το υπέροχο εξώφυλλο που πράγματι σε μεταφέρει σε αλλοτινές εποχές και σου δημιουργεί μια ρομαντική διάθεση. Το λάτρεψα όμως πραγματικά όταν το διάβασα.


Οι τρεις Μούσες, η Μέλπω, η Θάλεια και η Κλειώ έγιναν φίλες μου αγαπημένες. Στην πραγματικότητα ήταν οι τρεις κόρες μιας δυναμικής και αξιοθαύμαστης γυναίκας, της Ουρανίας. Η ιστορία τους εκτυλίσσεται στις δύσκολες δεκαετίες '60 και '70, σε μια αυλή στην Πάροδο Μουσών 9 στην πανέμορφη Βέροια αλλά απλώνεται πολύ μακριά....ως την Αμερική! Διαδρομές και πορείες απρόβλεπτες αλλά με ένα σταθερό σημείο αναφοράς πάντα, το σπιτάκι τους, που βρίσκεται ανάμεσα σ' άλλα, σε μια γραφική αυλή στην Πάροδο Μουσών 9.


Διαβάζοντας αυτό το εξαιρετικό βιβλίο, πλημμυρίζεις συναισθήματα. Συμπόνια για τη μάνα, που βλέπει το σπλάχνο της να φεύγει και να απομακρύνεται από την αγκαλιά της κι ενώ πονάει και η καρδιά της σπάει, εκείνη πνίγει την κραυγή της, αφού αυτό είναι για το καλό του. Σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας, αυτή η μάνα σε γεμίζει συναισθήματα και θαυμασμό. Το ίδιο και μια άλλη μάνα, της καρδιάς εκείνη.

Με τις τρεις Μούσες ζεις τις χαρές και τις απογοητεύσεις του έρωτα, τη νοσταλγία για την πατρίδα και την πίκρα από τα βάσανα και τις ατυχίες που ακολουθούν τη ζωή στο πέρασμά της. Το βιβλίο αυτό είναι γεμάτο εικόνες, οπτικές, ακουστικές, γεμάτο αρώματα και γεύσεις, δοσμένα τόσο ζωντανά και τόσο όμορφα, απλά και κατανοητά από την αριστοτεχνική γραφή της Βασιλικής.

Καλοτάξιδο Βασιλική, να είσαι καλά, να γράφεις και να μας χαρίζεις τέτοια συναρπαστικά ταξίδια!

Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη - συγγραφέας




Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017


Λέξεις ανείπωτες

Ήθελα κάτι να σου πω
Να σε ρωτήσω
Μα διστάζω
Στέκονται μετέωρες οι λέξεις
Στην άκρη των χειλιών
Και δεν τολμούν να πετάξουν
Να ’ρθουν να σε βρουν

Ήθελα κάτι να σου πω
Να σε ρωτήσω
Μα φοβάμαι
Ναι, αυτή είναι η λέξη η σωστή
Φοβάμαι αυτό που θα ακούσω
Σαν απάντηση
Ίσως γιατί κατά βάθος
Την ξέρω
Ή την υποψιάζομαι απλά


Ήθελα κάτι να σου πω
Να σε ρωτήσω
Μα τρομάζω
Την αμήχανη σιωπή
Τα βλέμματα τα ξεστρατισμένα
Τα χείλη τα στεγνά
Τα χλωμιασμένα
Τα σφαλιστά

Ήθελα κάτι να σου πω
Να σε ρωτήσω
Μα δειλιάζω
Ίσως καλύτερα να μην ακούσω
Εκείνο που ψυχανεμίζομαι
Ίσως καλύτερα ν’ αφήσω
Μια μικρή ελπίδα στην Ελπίδα
Να δώσω χρόνο στον Χρόνο
Να μαλακώσει τις γωνιές
Τις κοφτερές

Ίσως τελικά να επιλέξω
Τη σιωπή
Από την αμήχανη σιωπή

Ίσως…















Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017


Εστίασε στην πεταλούδα



Δεν θα σου πω να σκεφτείς θετικά

όταν γύρω μας είναι μόνο αρνητικά στοιχεία και δεδομένα.

Θα σου προτείνω μόνο να επικεντρώσεις

στα μικρά όμορφα που υπάρχουν στην καθημερινότητά μας

και να αντλήσεις από αυτά μικρά χαμόγελα.

Τον ήλιο που προβάλλει,

την πεταλούδα που αιωρείται πάνω από το λουλούδι,

το πανάρχαιο μουρμουρητό της θάλασσας.

Κι εκεί θα βρεις παρηγοριά.

Τα άλλα, τα σκοτεινά και δυσοίωνα, πάντα θα υπάρχουν...

ερήμην μας...



Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017


Η ζωή της σε τίτλους

(Ένα διήγημα πλεγμένο με τους τίτλους των βιβλίων των Εκδόσεων ΠΝΟΗ -γιατί, εκτός από υπέροχα εξώφυλλα, έχουμε και συναρπαστικούς τίτλους!)

Άφησε το βιβλίο που ετοιμαζόταν να βάλει στην κούτα και πλησίασε το παράθυρο. «Φυσάει», μουρμούρισε. Θυμήθηκε πόσο πολύ της άρεσε κάποτε να στέκεται με τα χέρια ανοιχτά και να νιώθει τον άνεμο να κοντράρει στο κορμί της. «Έλλη, η εγγονή του Αιόλου», την έλεγε ο άντρας της κι εκείνη καμάρωνε. Κι όλο της έταζε ταξίδια μακρινά σε μέρη μαγικά, σαν εκείνα της ταινίας «Στα ίχνη των κόκκινων διαμαντιών» που την είχε γοητεύσει.

Πάνε αυτά. Έφυγαν οριστικά. Εκείνος έφυγε δηλαδή όταν άλλαξε τα  λόγια του παππά στο γάμο τους και τα έκανε «Ους ο Θεός χωριζέτω». Και την παράτησε με «Λευκά όνειρα» να ταλανίζουν τις νύχτες της. «Τα ψέματα ανθίζουν στην άμμο», την παρηγορούσε η κολλητή της. Μα εκείνη δεν έβρισκε πουθενά παρηγοριά.

Τον έβλεπε παντού, σε κάθε γωνιά του σπιτιού που έστησαν μαζί, να της γελάει περιπαιχτικά λέγοντας «Κορόιδα, σας την έσκασα»! Κι εκείνη πονούσε. Πονούσε πολύ κι ας λένε πως «Η αγάπη δεν πονάει». Κι έτσι αποφάσισε να φύγει. Δέχτηκε τη θέση που της πρόσφερε η υπηρεσία της, πήρε την κόρη τους και πήγε στο ορεινό, απομονωμένο χωριό. «Η μαμά μου είναι αναπληρώτρια δασκάλα», καμάρωνε η μικρή. Πού να ήξερε…

Δύσκολη η ζωή σ’ ένα χωριό ξεκομμένο από τον κόσμο, ιδίως όταν έχεις μικρό παιδί να μεγαλώσεις μόνη. Τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες της διάβαζε παραμύθια. «Η κουτσή κιθάρα» και «τα επτά βασίλεια της ελευθερίας» ήταν τα αγαπημένα της μικρής ενώ η ίδια προτιμούσε το «Σοβόφ, ο κινούμενος ήλιος», μια αλληγορία σαν παραμύθι για μεγάλους.

Εκείνο το ηλιοβασίλεμα ρέμβαζε στο παράθυρο που έβλεπε μακριά, «πέρα από τη γέφυρα» που ένωνε τις δυο όχθες του χειμάρρου λίγο έξω από το χωριό, όταν της έφερε ο ταχυδρόμος ένα φάκελο κι ένα δέμα. Άνοιξε πρώτα το δέμα κι ένα βιβλίο με τον τίτλο «Απαγορεύεται η είσοδος στον θάνατο» ξεπρόβαλε, δώρο της ξαδέλφης της για τα γενέθλιά της. Στον φάκελο είχε φωτογραφίες του προκομένου με την λεγάμενη από τον ντετέκτιβ που είχε αναλάβει να τον παρακολουθεί μαζί με ένα σημείωμα. «Έγκλημα και ταλαιπωρία» ξεκινούσε η αναφορά του καθώς της περιέγραφε τις δυσκολίες που είχε συναντήσει για να φέρει σε πέρας την αποστολή του.

«Στα βελούδινα ίχνη του δολοφόνου» μονολόγησε πικρά καθώς κοίταζε αφηρημένα τις φωτογραφίες. Γιατί δολοφόνος ήταν ο πρώην καλός της - δολοφόνος της αγάπης και του γάμου τους, της οικογένειας και της γαλήνης του παιδιού τους. «Βασιλιάς ή σκύλος» θυμήθηκε ξαφνικά ένα παιχνίδι που έπαιζαν παλιά με την νεανική τρελοπαρέα τους. Αυτός σίγουρα ήταν βασιλιάς - της κακοήθειας και της φτήνιας…

Άπλωσε το χέρι και με την άκρη των δαχτύλων της σαν να της φάνηκε πως ακούμπησε τον ήλιο που έδυε μέσα σε πορτοκαλί και τριανταφυλλένια  σύννεφα. «Αγγίζοντας το αύριο» σαν να της ψιθύρισε μια φωνή. Γύρισε ξαφνιασμένη. Η μάνα της, μέσα από την φωτογραφία του κομοδίνου, της χαμογελούσε όπως πάντα μ’ εκείνο το γλυκό, το μοναδικό της χαμόγελο. «Πουλί θα κάμω τη χαρά» θυμήθηκε τα λόγια της κάθε που της τηλεφωνούσε για να της πει τον καημό της. Πουλί, περιστέρι, χελιδόνι - να το στείλει να την βρει και να της στεγνώσει το δάκρυ. Παρηγορημένη με τη σκέψη της μάνας της συνέχισε να μαζεύει στην κούτα τα αγαπημένα της ποιήματα. «Καληνύχτα αερικό μου», «Τα Εξάρχεια που δεν έζησα», «Το ιδανικό πέταγμα του Εμπι», «Χαράζοντας τα σύννεφα», «Φεγγάρια ηδονής», «Ταξίμια».

Πλησίασε το κρεβατάκι της κόρης της. Έμοιαζε με μικρό αγγελάκι έτσι όπως κοιμόταν ήρεμη και γαλήνια. «Ψυχή γραμμένη» μου, της ψιθύρισε, όπως την έλεγε τρυφερά η γιαγιά της, που είχε περάσει χρόνια πριν την μεγάλη Πύλη. Την φίλησε απαλά. Η σχολική χρονιά τέλειωνε σε λίγες μέρες κι εκείνη είχε πάρει την απόφασή της. Θα έπαιρνε την «γριά βαλίτσα» της και θα γύριζε πίσω, στην πόλη που την γέννησε και την μεγάλωσε. Στο πατρικό της. Θα περνούσε αγκαλιά με το μωρό της την μεγάλη καγκελόπορτα, την «καγκελόπορτα της αγάπης», όπως της άρεσε να τη λέει, και θα έμενε για πάντα στο απάνεμο λιμάνι της πατρικής της εστίας. Εκεί που έζησε ανέμελα τα όμορφα παιδικά της χρόνια.

Στην «Πάροδο Μουσών εννιά»!






Κυριακή, 14 Μαΐου 2017


Γιορτή της μητέρας σήμερα – και μαζί με όλες της μητέρες γιορτάζει και η Ουρανία.
Η μάνα-κουράγιο, η μάνα-βράχος, η μάνα-καταφύγιο για τις κόρες της - η ηρωίδα μάνα του βιβλίου μου «Πάροδος Μουσών εννιά».
Χρόνια πολλά Ουρανία!
Χρόνια πολλά στις μανάδες  του κόσμου όλου!
Χρόνια πολλά φίλες μου!


Η Ουρανία έμεινε για λίγο ακίνητη να τις χαζεύει. «Τα κορίτσια μου τα όμορφα» σκέφτηκε. «Οι Μούσες μου». Θυμήθηκε τον αγώνα που είχε κάνει για να τις ονομάσει έτσι. Ήταν μια υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της πολύ μικρή, στο Δημοτικό ακόμα, όταν είχε μάθει στην ελληνική μυθολογία για τον θεό Απόλλωνα και τις εννέα Μούσες του στις πλαγιές του Ελικώνα. Την είχαν γοητεύσει τόσο τα ονόματα και ο μύθος, που αποφάσισε, αν έκανε ποτέ κόρες, να τους έδινε ονόματα Μουσών, όπως ήταν, τυχαία, και το δικό της.

Δύσκολη δουλειά, όπως αποδείχτηκε στην πορεία. Με την πεθερά της, την κυρα-Πελαγία, και τη μάνα της, την κυρα-Ζαμπέτα, να έχουν κάνει κόμμα και να την κατακεραυνώνουν. «Πού ακούστηκε» έλεγαν οργισμένες, «να μην ονοματίσεις τα κορίτσια σου από τη μάνα σου, από τη μάνα του αντρός σου! Και ποια νομίζεις ότι είσαι, να σπας την παράδοση και να κάνεις του κεφαλιού σου; Άκου “Μούσες”! Δεν φταίει κανείς» συνέχιζε η μάνα της τον εξάψαλμο, «ο κύρης σου φταίει, που σ’ έστειλε σχολειό να μάθεις γράμματα. Να τώρα τα χαΐρια μας. Ρεζίλι θα μας εκάμεις».

«Σιγά μη βγάλω τα κορίτσια μου “Πελαγίες” και “Ζαμπέτες”» απαντούσε πεισματωμένη εκείνη. Και διόλου δεν την ένοιαζε τι έλεγαν οι «γριές». Της έφτανε που ο Λευτέρης της ήταν με το μέρος της. «Ό,τι θέλει η κοκόνα μου» της έλεγε, και την αγκάλιαζε μ’ εκείνο το βλέμμα το γεμάτο αγάπη που την έκανε να νιώθει παντοδύναμη. Τις ονόμασε όπως ήθελε εκείνη, σε πείσμα όλων των κουτσομπολιών και των αντιρρήσεων, με τα ονόματα των Mουσών που της άρεσαν: Μελπομένη, Θάλεια, Κλειώ, χωρίς να θυμάται ποια τέχνη ή επιστήμη αντιστοιχεί στην καθεμία.