Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018


Μου αρέσει να γράφω - και ο κύριος τρόπος έκφρασής μου είναι ο πεζός λόγος. Ωστόσο σε στιγμές έντονης συγκινησιακής φόρτισης, σε στιγμές ευφορίας, θλίψης, οργής, απογοήτευσης έρχεται ο ποιητικός λόγος να πάρει την σκυτάλη και να αποτυπώσει σε λέξεις όλα αυτά τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου.

«Αποτυπώματα» είναι και ο τίτλος της τρίτης ποιητικής μου συλλογής η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις «Πνοή» ένα χρόνο μετά της έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματός μου με τίτλο «Πάροδος Μουσών 9» ενώ αναμένεται να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου το τρίτο μου βιβλίο, η «Δωροθέα», πάντα από τις Εκδόσεις «Πνοή».

Στα «Αποτυπώματα» λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι ποιητικές μου καταθέσεις των τριών τελευταίων χρόνων και θα έχω τη χαρά να σας τα συστήσω, φίλοι μου, στην παρουσίαση που θα γίνει την ερχόμενη Δευτέρα 18 Ιουνίου σε μια βραδιά γεμάτη ποίηση, μουσική και όμορφη διάθεση.


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018


Οι άθλοι του Ηρακλή

Το μπάνιο



Και το είδα εγώ, φίλοι μου, το όνειρο το σημαδιακό που ήταν, λέει, το μπολάκι μου γεμάτο μεγάλες τραγανές κροκέτες και πήγα να τους ορμήξω και ξαφνικά αυτές έβγαλαν φτερά και πέταξαν όλες μα όλες ψηλά κι εγώ χοροπηδούσα αλλά δεν τις έφτανα και πώς να το εξηγήσω εγώ αυτό που είμαι μόνο ένα απλό κουταβάκι κι εκείνη την ώρα ήρθε η μαμά και πήρε τον Ρόμπι και του είπε "πάμε για μπάνιο" κι εκείνος στραβομουτσούνιασε και παραξενεύτηκα εγώ γιατί κάνει ό,τι μα ό,τι του λέει κι εκείνη πήγε και τον έδεσε σε ένα σκοινί στην ελιά κι άρχισε να του ρίχνει νερό με κάτι άσπρους αφρούς στην πλάτη κι εγώ φρίκαρα γιατί το νερό το πίνουμε - άντε και να το πλατσουράμε στην κατσαρόλα - κι όχι να μας το μπουγελώνουν κι όσο να τα σκεφτώ όλα αυτά τελείωσε με τον Ρόμπι και την είδα να έρχεται προς το μέρος μου με ένα ύποπτο χαμόγελο κι εγώ της είπα αγριεμένος "don't even think about it" γιατί τα αγγλικά μου είναι τέλεια αλλά εκείνη χαμπάρι δεν πήρε, μάλλον δεν ξέρει αγγλικά, και με βούτηξε και με έδεσε και μένα στην ελιά κι άρχισε να με τρίβει με ένα σφουγγάρι με αφρό κι εγώ χοροπηδούσα γύρω γύρω κι εκείνη γελούσε κι έλεγε "ωραία τον χορεύεις τον χορό της φωτιάς" και καθόλου δεν ξέρω τι είναι αυτό και μετά πήρε από τη βρύση κάτι σαν τηλέφωνο που έβγαζε νερό σαν ψεκαστήρι κι άρχισε να μου το ρίχνει στην πλάτη και στην κοιλιά και στη μούρη και πολύ τσαντίστηκα κι ήθελα να τη δαγκώσω αλλά δεν με άφηνε και μετά με σκούπισε καλά καλά και μας μπαγλάρωσε στη βεράντα πίσω από τα κάγκελα για να στεγνώσουμε μαζί με τον βούδα τον Ρόμπι που καθόλου δεν τσινάει το χαϊβάνι και την αφήνει να τον βρέχει και του είπα πως η μαμά είναι κακιά κι εκείνος δεν μίλησε παρά σήκωσε την πατουσάρα του και μου έχωσε μια μπούφλα που ζαλίστηκα και μου είπε "να προσέχεις πώς μιλάς για την μάνα, νιάνιαρο" κι εγώ λούφαξα κι άρχισα να του γλύφω τη μούρη για να τον καλοπιάσω κι ήταν ωραία γιατί μύριζε σαμπουάν κι ύστερα κατάλαβα ότι μύριζα κι εγώ ωραία κι είπα, οκέι, μπορεί και να είναι για καλό το μπάνιο αλλά να μην το παρακάνουμε κιόλας, από χρόνου ξανά!






Λίγα λόγια από καρδιάς
 για την παρουσίαση των "Αποτυπωμάτων" μου 
την ερχόμενη Δευτέρα 18 Ιουνίου 
σε ένα video με φόντο
 το μοναδικής ομορφιάς αρχοντικό 
των Μπενιζέλων στην Πλάκα!








Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018


Ελληνίδα μάνα

Η επιλογή



-         Δεν είμαι καλά…

-         Τόσο πολύ σου πονάει;

-         Ποιο να μου πονάει;

-         Το δόντι χριστιανή μου! Γι αυτό δεν ήρθες πρωινιάτικα στο ιατρείο;

-         Α ναι, το δόντι…

-         Φιλενάδα είσαι καλά; Δεν με πήρες χτες και μου είπες ότι σου πονάει το δόντι και να έρθεις πρωί πρωί να το δω; Εκτός κι αν εννοείς άλλο «δόντι», οπότε αντί για οδοντίατρο χρειάζεσαι σύμβουλο γάμου!

-         Ηρεμιστικά χρειάζομαι με την κόρη που έχω.

-         Δεν θα συνεννοηθούμε σήμερα… Τι σου έκανε πάλι η κόρη σου, μια χαρά κοπέλα;

-         Δεν μου έκανε.

-         Δεν σου έκανε τι;

-         Τη χάρη - να δώσει φαρμακευτική.

-         Έλα μου και σ’ έχασα;

-         Παιδί μου φαρμακοποιός δεν είμαι εγώ; Φαρμακείο δεν έχω;

-         Και πολύ πετυχημένο και κερδοφόρο μάλιστα.

-         Άει γεια σου. Τι ζήτησα λοιπόν; Να πάει η κόρη μου φαρμακευτική για να παραλάβει μια μέρα το φαρμακείο που έστησα με κόπο και αγώνα. Σίγουρη δουλειά και μια χαρά επιλογή για γυναίκα που θα κάνει και οικογένεια μια μέρα.

-         Και;

-         Και - τζίφος. Βιολογία θέλει, λέει, να κάνει έρευνα και τα σχετικά.

-         Ωραία επιλογή, έχει όνειρα το παιδί σου.

-         Βαλτή είσαι κι εσύ; Ποια βιολογία, ποια όνειρα; Για να φύγει μία ωραία πρωία στην Αμερική και να τη χάσω; Κι εγώ τι θα το κάνω το φαρμακείο, μοναχοπαίδι την έχω.

-         Κι επειδή εσύ έχεις μια στρωμένη δουλειά πρέπει ντε και καλά να απαρνηθεί το παιδί σου τα όνειρα και τους στόχους του;

-         Εσύ δεν συγχίστηκες που κανένας από τους γιους σου δεν θέλησε να γίνει οδοντίατρος; Επίσης στρωμένη και προσοδοφόρος δουλειά, να παραλάβει το ιατρείο;

-         Δε λέω, θα ήθελα ένα μου παιδί να συνεχίσει αυτό που κι εγώ με τόσο κόπο και αγώνα έστησα -αλλά δεν τους πίεσα ποτέ. Μη σου πω ότι δεν το πρότεινα καν.

-         Σοβαρά μιλάς;

-         Σοβαρότατα. Κατ’ αρχήν ο μεγάλος είχε από το δημοτικό αποφασίσει τι θα σπουδάσει -οικονομικά, για να ακολουθήσει τ’ αχνάρια του θείου του, του αδελφού μου, που είναι καθώς ξέρεις διευθυντής σε Τράπεζα και που ήταν πάντα το ίνδαλμα και το πρότυπό του. Μεγάλη και πολύ δυνατή η σχέση αγάπης μεταξύ τους.

-         Αλήθεια;

-         Βέβαια! Αφού στην Τρίτη δημοτικού, στην έκθεση «τι θα γίνω όταν μεγαλώσω» είχε γράψει «εγώ όταν μεγαλώσω θα πάω στο πανεπιστήμιο (δεν διευκρίνιζε σχολή), θα κάνω μεταπτυχιακό στο Λόντον Σκουλ οφ Ικονόμιξ (όπως στο λέω, με Ξ στο τέλος, όπως έκανε κι ο μπάρμπας του) και μετά θα γίνω διευθυντής σε Τράπεζα (σαν τον μπάρμπα του και πάλι αλλά κατ’ ευθείαν μετά το μεταπτυχιακό, στα 23 του!)

-         Ωστόσο άλλα πράγματα έκανε στη ζωή του.

-         Από οικονομικά ξεκίνησε, σταθερά - άλλο αν μετά έκανε διαφορετικές επιλογές, πολύ καλύτερες πρέπει να πω από μια τραπεζική καριέρα.

-         Κι ο μικρός;

-         Ο μικρός κάτι σαν να ξεκίνησε να συζητάει για Οδοντιατρική στο γυμνάσιο αλλά το είδε διαφορετικά στο λύκειο. Συνειδητοποίησε ότι δεν του πήγαινε να είναι όλη μέρα κλεισμένος σε ένα ιατρείο σκυμμένος πάνω από ανοιχτά στόματα και προβληματικά πονεμένα δόντια κι αποφάσισε να πάει Οικονομικά κι αυτός και να μπει στον κόσμο των επιχειρήσεων - όπως κι έκανε τελικά.

-         Οπότε κανένα σου παιδί δεν θέλησε να παραλάβει το ιατρείο σου - και τόσο επιτυχημένο μάλιστα. Κρίμα…

-         Κρίμα γιατί; Επειδή επέλεξαν εκείνο που πίστευαν ότι τους πήγαινε περισσότερο; Φιλενάδα μου τα παιδιά μας πρέπει να κυνηγούν τα όνειρά τους ακόμα κι αν σε μας, με την -και καλά- μεγάλη πείρα ζωής, φαίνονται ουτοπικά, ανέφικτα, ανεδαφικά. Δεν έχει σημασία αν εμείς θεωρούμε ότι η επιλογή τους μπορεί να τα οδηγήσει σε οικονομική δυσπραγία, ότι δεν θα βρουν δουλειά, ότι θα απογοητευτούν στην πορεία. Το σημαντικό είναι να σπουδάσουν αυτό που λαχταρά η ψυχή τους και επιτρέπουν οι δυνατότητές τους και να ζήσουν όμορφη ζωή - κι εμείς είμαστε εδώ για να τα υποστηρίξουμε τώρα και να τα καμαρώνουμε αργότερα.

-         Ωραία όλα αυτά - αλλά εγώ τι θα το κάνω το φαρμακείο; Κι εσύ το ιατρείο;

-         Αυτό είναι το πρόβλημα; Επειδή δηλαδή εμείς κάτι πετύχαμε, κάτι που ήταν επιλογή μας στην τελική, πρέπει ντε και καλά να δεσμεύσουμε και τα παιδιά μας σ’ αυτό; Κι ας μην είναι η δική τους επιλογή;

-         Δεν μου απάντησες - τι θα τα κάνουμε;

-         Την απάντηση θα μας τη δώσει η ίδια η ζωή όταν φτάσει εκείνη η στιγμή. Προς το παρόν άσε το κοριτσάκι σου να ακολουθήσει το όνειρό του και στρώσου στην πολυθρόνα να δούμε καμιά φορά εκείνο το πονεμένο δόντι.


Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018


Το… ατύχημα



Το ξέρω ότι έχουμε μέρες να τα πούμε αλλά δεν φταίω εγώ, η μαμά μου φταίει που έχει πάρει εργολαβία το λάπτοπ κι όλο για κάτι βιβλία της και φυτά γράφει και δεν μ' αφήνει να σας πω τα δικά μου που πήγαμε πάλι στο νησί αλλά με άλλο καράβι που δεν μου άρεσε γιατί έκανε πιο πολύ θόρυβο αλλά όπως και νάχει ξεράθηκα στον ύπνο μαζί με τον Ρόμπι και μετά όταν κατεβαίναμε σταμάτησε η μαμά κάτι να ρωτήσει τον κύριο στο μπαρ κι εγώ κατουριόμουνα (μικρό κουταβάκι είμαι, πόσο να αντέξω) κι εκείνη καθυστερούσε οπότε κι εγώ τα αμόλησα εκεί δα κι ήταν και πολλά και κύλησαν προς τα κάτω στο πάτωμα κι η μαμά χαμπάρι δεν πήρε κι έκανε να φύγουμε αλλά ένας κύριος της φώναξε "κυρία το σκυλάκι σας" και γύρισε και τα είδε και δαγκώθηκε και ζήτησε συγγνώμη κι έβγαλε ένα ρολό χαρτί από την τσάντα της (πού το βρήκε ήθελα νάξερα;) κι άρχισε να τα σκουπίζει και το είδαμε κι αυτό, να σφουγγαρίζει η μαμά το καράβι, αλλά καθόλου δεν με μάλωσε γιατί εκείνη έφταιγε που είχε πιάσει την πάρλα και μετά κατεβήκαμε στο γκαράζ και με μπαγλαρώσανε πάλι πίσω στο αμάξι και γκρίνιαζα και νευρίασα και με τον αδελφό μου τον Ρόμπι που καθόταν σαν τον Βούδα και δεν γκρίνιαζε κι αυτός να μας βγάλουν έξω αλλά ευτυχώς φτάσαμε πολύ γρήγορα στο σπίτι κι έτρεξα στον κήπο και πότισα όοολα τα λουλουδάκια και κυνήγησα κι ένα γατί που βρέθηκε εκεί γιατί είναι ξένο και δεν είναι δικό μας γιατί εγώ τα δικά μας δεν τα κυνηγάω αλλά παίζω μαζί τους και πιο πολύ με τον Σπίθα και τον Λέστερ, η Ζενέβ είναι ακατάδεχτη και με ψιλοπρογκάει…

Ουφ σας τα είπα μαζεμένα και ξαλάφρωσα αλλά κουράστηκαν τα πατουσάκια μου να κοπανάω τα πλήκτρα οπότε σας καλημερίζω, φίλοι μου, και πάω να ξεκουραστώ λιγάκι στο χαλάκι μου κι άλλη φορά θα σας πω και τα υπόλοιπα νέα μου γιατί κάθε μέρα όλο και κάποια καινούργια σκανταλιά κάνω! 





Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018


Του αγίου Δωροθέου σήμερα, 5 Ιουνίου,  και "γιορτάζει" η Δωροθέα, η ηρωίδα του τρίτου μου βιβλίου με τον ομώνυμο τίτλο που είναι υπό συγγραφή και αναμένεται να κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος του χρόνου.

Επ' ευκαιρία της γιορτής της λοιπόν η "Δωροθέα" σας παρουσιάζει ένα μικρό απόσπασμα από την ιστορία της και εύχεται χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν σήμερα μαζί της!

"Δεύτερη μετακόμιση μέσα σε τέσσερα χρόνια. Κι αν μετρήσεις και το πρώτο πρώτο σπίτι της, εκείνο που μπήκε νύφη, τούτο δω θα ήταν το τρίτο νοικοκυριό που θα έστηνε από την αρχή. Ζόρικη δουλειά, όπως και να το δεις, για ένα κορίτσι στα είκοσι πέντε με δυο μικρά παιδιά, το ένα μόλις δυο χρονών. Η Δωροθέα κοίταξε την Αννούλα, που κοιμόταν μακάρια στην αγκαλιά της, και η ένταση μέσα της λύθηκε κάπως. Αυτό το μικρό της ήταν τόσο γλυκό, τόσο τρυφερό παιδάκι. Ήσυχο, χωρίς να ζητά τίποτε ποτέ, μπορούσε να κάθεται ώρες στο κρεβατάκι του, τόσο αθόρυβο που σχεδόν να ξεχνά την παρουσία του. Το άκρο αντίθετο από την πεντάχρονη Μαρίνα, που λες κι είχε το αεικίνητο. Δύσκολο παιδί η μεγάλη της. Ζωηρή, ατίθαση, με τον αντίλογο πάντα στην άκρη της γλώσσας, πανέξυπνη και γι’ αυτό δύσκολο να την κουμαντάρει. Το καμάρι της κοιμόταν, επιτέλους, βαθιά στο πίσω κάθισμα, αφού πρώτα τους είχε ζαλίσει με τις ατέλειωτες ερωτήσεις της για κάθε τι που έβλεπε στο δρόμο.

Η Δωροθέα έριξε μια λοξή ματιά στον Θεόφιλο, που ήταν απορροφημένος με την οδήγηση και την αυξημένη κίνηση της εθνικής οδού. Ο άντρας της έδειχνε τα πρώτα σημάδια κόπωσης μετά από τέσσερις ώρες στο τιμόνι. Και τα πρώτα σημάδια της ηλικίας του; αναρωτήθηκε σκεφτική. Πρόσεξε τις άσπρες τρίχες στους κροτάφους, τις δυο-τρεις έντονες ρυτίδες στο μέτωπο, το σφιγμένο στόμα με την αδιόρατη γραμμή - της πίκρας; της απογοήτευσης; της αμφιβολίας; - στην άκρη των χειλιών. Κι ήταν μόνο τριάντα τριών χρονών. Πότε έγιναν όλα αυτά και δεν το πήρε είδηση; Τόσο είχε πια περιχαρακωθεί στον εαυτό της; Ένιωσε ένα ξαφνικό αίσθημα τρυφερότητας μαζί με τύψεις για την τροπή που είχε πάρει η σχέση τους τα τελευταία δυο χρόνια, τροπή που οφείλονταν κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) στην ίδια. Θυμήθηκε τον καυγά τους λίγο πριν ξεκινήσουν, «δι’ ασήμαντον αφορμήν» όπως και οι περισσότεροι άλλωστε, κι άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της ν’ αγγίξει το δικό του πάνω στο τιμόνι. Ο Θεόφιλος την κοίταξε απορημένος.

«Συμβαίνει κάτι;» τη ρώτησε μαλακά, διστακτικά. «Κουράστηκες; Όπου να’ ναι φτάνουμε».

«Πρέπει πια να συμβαίνει κάτι για να σ’ αγγίξω;» ανταπόδωσε την ερώτηση επιθετικά, νιώθοντας την καλή της διάθεση να αλλάζει, άθελά της και αναίτια, σε αμυντική χωρίς η ίδια να μπορεί να το ελέγξει. «Και ναι, κουράστηκα. Κι εγώ και τα παιδιά». Τράβηξε το χέρι της και κλείστηκε ξανά στον εαυτό της.

Ο άντρας της αναστέναξε κι έμεινε σιωπηλός.




Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018


Γλαρόπουλα



Φυσάει ο μπάτης απαλά

Κι η βάρκα αρμενίζει

Μαζί με τα γλαρόπουλα

Στου ονείρου το στρατί



Στης θάλασσας την αγκαλιά

Γλυκά σε νανουρίζει

Και λησμονάς τα "πρέπει"σου

Τα "πώς" και τα "γιατί"



*Από την δεύτερη ποιητική μου συλλογή με τίτλο

«Βουκαμβίλιες και γεράνια»